ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ gmosxos1@hotmail.com στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα άνοιξε και ισχύει πάλι το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε σε περίπτωση που αδυνατείτε να κάνετε χρήση του hotmail.com
ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2018

Τι έζησα το 1944 στο κολαστήριο του Χέλφινγκεν

Έλληνες όμηροι στη Γερμανία, Γενάρης 1945, Νίκος Σκαλτσάς, τρίτη σειρά ορθίων,τρίτος από αριστερά. (δεν αναφέρεται τοποθεσία, αλλά πιθανολογείται ότι είναι στο Ομπεργέσιγκεν).

 
Ο Νίκος Σκαλτσάς μπροστά στο μνημείο
για τους Έλληνες ομήρους, στα
περίχωρα του Χέλφινγκεν, στη
διάρκεια της κεντρικής εκδήλωσης
αποκαλυπτηρίων του μνημείου, το
απόγευμα της Παρασκευής 13.7.2018.
«Το Χέλφινγκεν ήταν κολαστήριο» λέει ο κυρ - Νίκος Σκαλτσάς για το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας των Ναζί, στο οποίο βρέθηκε έγκλειστος στα 17 του χρόνια. Από τους τελευταίους επιζώντες του μπλόκου του Δουργουτίου, στα 92 του χρόνια σήμερα, θυμάται λεπτό προς λεπτό όλα όσα συνέβησαν από τις 6.30 το πρωί της Τετάρτης 9 Αυγούστου 1944, που άκουσε από το χωνί να καλούν οι κατοχικές δυνάμεις όλους τους άρρενες της περιοχής από 15 έως 50 χρονών στην καθολική εκκλησία για έλεγχο στοιχείων, μέχρι το πρωί της 30ής Αυγούστου του 1945, που ελεύθερος πια έμπαινε στην ντακότα για το ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα. Σε μια αφήγηση - ποταμό θυμάται την περιπέτειά του. «Μπορεί να μη θέλω να κρατάω το μίσος μέσα μου, αλλά αυτά δεν πρέπει να ξεχαστούν. Πρέπει να τα μάθουν οι νεότερες γενιές» λέει. Ο ίδιος ωστόσο δεν θα ξεχάσει επίσης όσα ένοιωσε όταν πριν μερικές ημέρες ξαναβρέθηκε στο «κολαστήριο», 74 χρόνια μετά, όπου στις 9 Ιουλίου τιμήθηκε στην εκδήλωση μνήμης για τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, στο δημαρχείο Έρεμπεργκ, και στις 13 Ιουλίου στα εγκαίνια του μνημείου που φέρει τα 28 ονόματα των Ελλήνων και Αρμενίων κρατουμένων στο Ομπεργέσινγκεν.

Ο Νίκος Σκαλτσάς στο Ρόισντεν, στο χώρο του λατομείου, όπου εργάστηκαν το χειμώνα του 1944-45 Έλληνες και Εβραίοι καταναγκαστικοί εργάτες.


Συνέντευξη στην Πόλυ Κρημνιώτη

* Πώς ήταν στην Κατοχή;
Ήμασταν φοβισμένοι, μαζεμένοι. Το '41-'42 ήταν αθλιότητα, ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Στον Αγ. Παντελεήμονα στην Καλιρρόης υπήρχε ένα Γυμνάσιο Θηλέων που γίνονταν συσσίτια από τον Ερυθρό Σταυρό. Με ένα φίλο μου που ήξερε γερμανικά πηγαίναμε στη Σταδίου, λίγο πριν την Πλατεία Κολοκοτρώνη. Εκεί αγόραζε ο φίλος μου πράγματα, ως επί το πλείστον ζάχαρη καφέ, εσώρουχα, σε τιμή ευκαιρίας από τους Γερμανούς στρατιώτες και μετά τα μεταπωλούσε. Γινόταν ένα παραεμπόριο. Εγώ τότε ήμουν 15-16 χρονών.

* Εσείς φοβόσασταν;

Δεν με κυρίευε τελείως ο φόβος. Ίσως επειδή ήμουνα τόσο νέος. Ο κόσμος όμως φοβότανε. Θυμάμαι ότι δίπλα στο σπίτι μου υπήρχε ένα υπόγειο και πηγαίναμε και ψευτοπαίζαμε μπάλα με πάνινο τόπι, πού να βρούμε κανονική μπάλα, μαζί με τον πατέρα του Σαραβάκου, τον Θανάση. Ήταν πολύ καλός μπαλαδόρος, είχε παίξει μετά στον Πανιώνιο και στην Εθνική ομάδα.

* Το μπλόκο του Δουργουτίου πού σας βρήκε;
Ήταν ημέρα Τετάρτη 9 Αυγούστου του 1944. Ήταν 6.30 το πρωί, κοιμόμασταν με τον αδελφό μου Γιάννη στην ταράτσα. Ξυπνήσαμε από το χωνί που έλεγε ότι, κατόπιν εντολής της Γερμανικής Διοικήσεως, όλοι οι άρρενες από 15 ώς 50 ετών έπρεπε να παρουσιαστούν στην καθολική εκκλησία, που βρισκόταν στην οδό Ρενέ Πυώ 2, μέχρι τη 12η το μεσημέρι για έλεγχο ταυτοτήτων. Όποιος δεν παρουσιαστεί και βρεθεί στο σπίτι του, εκτελείται επί τόπου. Εκεί φοβηθήκαμε. Ο κόσμος έχασε τη λαλιά του. Ξέραμε καλά ότι ο έλεγχος ταυτοτήτων ήταν το πρόσχημα.

* Μπορούσατε να φανταστείτε τι σας περίμενε;

Όχι. Μας βάλανε στη σειρά κατά τριάδες και μας πήγανε στην πλατεία Φάρου, Ζωοδόχου Πηγής 2. Ήμαστε πάνω από 1.000 άτομα και εκτός από τους Ναζί μάς φυλάγανε και γερμανοτσολιάδες.

* Τους ξέρατε, ήταν από τη γειτονιά;

Όχι δεν τους γνωρίζαμε, φοράγανε φέσι και χακί στολή και ήταν αρκετά άγριοι. Σε λίγο παρουσιάστηκε ένας Έλληνας καλυμμένος όλος με ένα τσουβάλι που είχε δυο μόνο τρύπες στα μάτια του. Αυτός άρχισε και έδειχνε κομμουνιστές. Αυτοί ψάχνανε κομμουνιστές αλλά μαζεύανε παιδιά που δεν ήταν οργανωμένοι. Τον πρώτο που εκτέλεσαν ήταν ένας φίλος μου, λίγο μεγαλύτερο από μένα, ο Σωτήρης. Οι εκτελέσεις γίνονταν 10 μέτρα πίσω μας. Εκεί από τη 1 το μεσημέρι μέχρι τις 2.30 μ.μ. εκτέλεσαν 112 παλικάρια. Γύρω στις 2.30 έκανε μια ζέστη φοβερή, μας βάλανε κατά εξάδες και κατηφορίσαμε με τα πόδια μέχρι το Χαϊδάρι. Μας βάλανε σε ένα διώροφο κτήριο όπου πέσαμε στο πάτωμα κατάκοποι. Την επόμενη μέρα εκτέλεσαν άλλους 15. Στο Χαϊδάρι πρέπει να ήμαστε γύρω στα 800 άτομα από το Δουργούτι.

* Πόσο μείνατε στο Χαϊδάρι;

Μία εβδομάδα. Στις 15 Αυγούστου, ημέρα Τρίτη, μας πέρασαν από Γερμανούς γιατρούς οι οποίοι μας ξεχώρισαν ποιοι θα σταλούν στη Γερμανία. Βέβαια, εμείς πού να ξέρουμε τι μας περίμενε, το διαπιστώσαμε στη συνέχεια. Την άλλη μέρα μας βάλανε στα φορτηγά, μας φέρανε στο Ρουφ και μας μοιράσανε ανά 35 άτομα σε κάθε βαγόνι και μας φυλάγανε με τα αυτόματα. Ο Ερυθρός Σταυρός μας μοίρασε πακέτα με γαλέτες, ξηρά τροφή, και κατά τις 4 το μεσημέρι ξεκινήσαμε για Γερμανία. Εγώ έκλαιγα μέχρι τη Βιέννη, ήμουνα 17 χρονών, όλοι οι άλλοι ήταν μεγαλύτεροι. Πηγαίναμε στο άγνωστο, δεν ήξερα τι θα μου συμβεί.

* Είχατε ακούσει για στρατόπεδα;

Όχι, ακόμα δεν είχε φτάσει αυτή η κατάσταση στον εξωτερικό κόσμο. Στη Βιέννη καθίσαμε 3-4 ώρες, δεν μας φύλαγαν πια με αυτόματα αλλά με απλά όπλα. Φτάσαμε στη Γερμανία, στο Τσβάιμπρικεν, όπου ήταν ο προορισμός μας, στις 2 Σεπτεμβρίου. Μας βάλανε αρχικά σε ένα σχολείο, με πολλά σανά και ξαπλώσαμε πάνω τους και την άλλη μέρα μας δώσανε κασμά και φτυάρι και ανοίξαμε μια τάφρο κάπου ένα χιλιόμετρο, για να εμποδιστούν οι σύμμαχοι.

* Στο στρατόπεδο πότε φτάσατε;

Εκεί καθίσαμε τρεις ημέρες και τη νύχτα μας σηκώσαν επειγόντως, μας μοιράσανε από δυο κουβέρτες, μια κουραμάνα και λίγο χοιρινό και άρχισε μια πορεία με τα πόδια γύρω στα 100 χιλιόμετρα. Εμείς με τα πόδια οι Γερμανοί με ποδήλατα. Στο Πίρμασεν μας κουρέψανε, μας κλιβανίσαν τα ρούχα γιατί είχαμε πιάσει ψείρες και μας βάλανε στο τρένο για τον προορισμό μας, το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Χέλφινγκεν. Στο Χέλφινγκεν ήμασταν γύρω στους 700 Έλληνες.

* Πώς ήταν εκεί η ζωή;
Χάλια αν μέναμε εκεί 1-2 μήνες ακόμα θα πεθαίναμε πολλοί. Γι' αυτό μας διώξανε, γιατί θέλανε να είμαστε αποδοτικοί. Στη θέση μας φέρανε Εβραίους που δεν τους ένοιαζε αν πεθαίνανε. Το Χέλφινγκεν ήταν κολαστήριο. Μας δίνανε ένα ζουμί για φαΐ και ένα κομματάκι ψωμί, νερό δεν υπήρχε, μαζεύαμε χιόνι για να πιούμε, μας χτύπαγαν. Ήταν ένα κάθαρμα, ο Σαρλ, Αλσατογερμανός, που ευχαριστιόταν να μας ταλαιπωρεί και να μας δέρνει. Στο στρατόπεδο ήμαστε κουρεμένοι, με μια κουβέρτα στην πλάτη. Τα ρούχα μας, βλέπετε, ήταν καλοκαιρινά. Εγώ φορούσα πέδιλα. Ο διοικητής μας είδε ότι οι περισσότεροι δεν είχαμε παπούτσια και σε μία εβδομάδα μας έφερε παπούτσια, εκείνα τα ξύλινα. Αυτά μας γλιτώσανε από τα κρυοπαγήματα.
Μια μέρα βγήκα ελεύθερος ιατρού. Βγαίνουμε από το στρατόπεδο να μας πάνε στον γιατρό, δήθεν. Βλέπω από μακριά έναν πιλότο να έρχεται προς το μέρος μας. Κρατούσε ένα μαστίγιο και είχε μια ουλή στο αριστερό μάγουλο. Λέω στα παιδιά, αυτός εμένα δεν μ' αρέσει. Και όντως βγήκα αληθινός. Μας έβαλε να κάνουμε ένα κύκλο, αυτός καθόταν στο κέντρο και καθώς περνάγαμε από μπροστά του κατά τριάδες μάς χτυπούσε με το μαστίγιο επί μιάμιση ώρα. Όταν κουράστηκε σταμάτησε. Αλλά πριν φύγει είπε του σκοπού να μας βάλει να περπατήσουμε με τα γόνατο στο λιθόστρωτο με χοντρά χαλίκια. Ματώσαμε. Αφού πέρασε και αυτή η δοκιμασία, μας είπαν ότι θα μας πάνε στον γιατρό. Μας πάνε λοιπόν σε ένα ξηρό ποτάμι, μας δώσανε κασμά και φτυάρι και μας έδειξαν κάτι πλάκες να τις ξεριζώσουμε. Επικεφαλής ήταν ένας Ναζί με σιδερένιο χέρι, απ' αυτά που βλέπουμε στον κινηματογράφο και τρέμουμε. Εκεί σκάβαμε για περισσότερες από δυο ώρες. Αυτό ήταν τρόπον τινά το «μάθημά» μας, για να μη βγαίνουμε τόσοι πολλοί ελεύθεροι ιατρού, γιατί από τα 700 άτομα που ήμασταν στο στρατόπεδο, όλοι Έλληνες και Ελληνοαρμένιοι που μας είχαν πιάσει στο μπλόκο, βγαίναμε ελεύθεροι ιατρού περίπου οι 300.

* Νεκροί υπήρξαν;
Ο πρώτος νεκρός στο στρατόπεδο έπεσε τον Νοέμβριο. Ήταν ο Στέλιος Βασιλείου που είχε μαγαζί στον Νέο Κόσμο, έφτιαχνε γιαούρτια και τροφοδοτούσε όλη την περιοχή. Ήταν 22-23 χρονών. Το παιδί έπαθε δηλητηρίαση από ένα δόντι του. Δεν του έδωσαν ούτε ασπιρίνη. Σε μία εβδομάδα πέθανε. Πεθαίνοντας, τον έβαλαν σε ένα κασόνι και τον άφησαν επί μία εβδομάδα άταφο. Ένας από μας πήγε στον διοικητή και ζήτησε να θάψουν το νεκρό. Έτσι στείλανε ένα κάρο από το χωριό, τον μετέφεραν και τον έθαψαν. Τώρα που πήγα στο Χέλφινγκεν επισκέφθηκα τον τάφο του δύο φορές. Ήταν δύσκολη επίσκεψη αυτή, ένας από μας να αφήσει τα κόκαλά του εκεί. Άλλος ένας, ο Ζώντας, σκοτώθηκε σε επιδρομή της αμερικανικής αεροπορίας και έναν άλλον τον βρήκε ένα βλήμα και του έκοψε στο χέρι.
Εκεί ήμουν κι εγώ. Σώθηκα γιατί πήδηξα μπροστά σε έναν οδοστρωτήρα κι έτσι γλίτωσα. Οι Γερμανοί μάς είχαν βάλει σαν ασπίδα μπροστά στα αμερικανικά αεροπλάνα. Αυτοί κατέβηκαν στα 10 μέτρα και πυροβολούσαν αδιακρίτως. Δεν ξέρω γιατί την κάνανε αυτή την επιδρομή οι Αμερικανοί.

* Πόσοι επιζήσατε από το στρατόπεδο;
Άλλο νεκρό από τον Στέλιο και τον Ζώντα δεν ξέρω. Εδώ, όταν επιστρέψαμε πια, ο Χάικος, ένας Αρμένιος που ήταν μαζί μας στο στρατόπεδο, αυτοκτόνησε.

* Σ' αυτό το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας τι κατασκευάζανε;

Φτιάχναμε δρόμους, αυτό τους ενδιέφερε. Ξυπνάγαμε 6 το πρωί, παίρναμε κασμά και φτυάρι και τελειώναμε 6 το απόγευμα, με μια μικρή διακοπή το μεσημέρι για να φάμε. Τον Δεκέμβριο του '44 μας διώξανε για Έρεμπεργκ και στη συνέχεια για το Ομπερζέσινγκεν. Εκεί δεν ήταν στρατόπεδο, μέναμε πια στον σταύλο ενός κυρίου που εξέτρεφε άλογα. Κοιμόμασταν πάνω στα σανά αλλά τουλάχιστον τρώγαμε καλά. Ο ιδιοκτήτης ήταν πολύ καλός άνθρωπος, τον λέγαμε “πατέρα” και όταν τον αποκαλούσαμε έτσι, δάκρυζε. Οι γυναίκες, κυρίως, του χωριού, οι μητέρες, θέλανε να μας βοηθάνε αλλά ήταν κρατημένοι οι άνθρωποι, τους είχαν μεταδώσει ένα φόβο. Τα Χριστούγεννα του '44 ήρθαν στο σταύλο μητέρες με ψωμιά, κρέατα, φαγητά, φρούτα και μας λέγανε ότι άμα τα δίνουν σε μας ήταν σαν να τα δίναν στα παιδιά τους που πολεμούσαν ή ήταν αιχμάλωτα. Φαινόταν πια ότι ο πόλεμος χάνεται.

* Το τέλος του πολέμου εκεί σας βρήκε;

Όχι, γιατί ο δήμαρχος του Ομπερζέσινγκεν μας έδιωξε και με ένα φορτηγό μας μετέφερε στο Τούπιγκεν, ένα αρκετά ασφαλές σημείο, όπου ουσιαστικά μας άφησαν ελεύθερους. Πήγαμε στο δάσος όπου μείναμε τρεις ημέρες και ακούγαμε το πυροβολικό των συμμάχων. Στο χωριό είχε μείνει ένας δικός μας που ήξερε αγγλικά και όταν μπήκαν οι Αμερικανοί τους ενημέρωσε που ήμαστε και ήρθαν πέντε τζιπ και μας πήρανε. Οι Αμερικανοί μας άφησαν στο χωριό και φύγανε. Μείνανε οι Γάλλοι που είχαν στον στρατό τους πολλούς Σενεγαλέζους. Αυτοί κάνανε όργια.

* Τι εννοείτε;
Στο Έρεμπεργκ ζούσε η οικογένεια ενός σκοπού του Φρίτσιλε που μας φύλαγε στο Ομπερζέσινγκεν, στον σταύλο. Ήταν τόσο καλός που παίζαμε με το όπλο του στα χιόνια. Όταν μπήκανε οι Γάλλοι με τους Σενεγαλέζους στις περιοχές αυτές, εμείς, θυμάμαι, στείλαμε δικούς μας στο Έρεμπεργκ, γιατί φοβηθήκαμε και θέλαμε να προστατέψουμε τις κόρες του Φρίτσιλε από τους Σενεγαλέζους. Όντως αυτοί πήγανε στο σπίτι του με σκοπό να βιάσουν τα κορίτσια του. Τους αποτρέψαμε και γλίτωσαν οι κοπέλες.

* Πώς ήταν οι στιγμές της απελευθέρωσης;
Όταν τις θυμάμαι, ακόμα ανατριχιάζω. Κλαίγαμε από τη χαρά μας. Είναι η μεγαλύτερη χαρά που πήρα στη ζωή μου, αυτή και όταν παντρεύτηκα τη γυναίκα μου.

* Πότε φτάσατε στην Ελλάδα;

Απελευθερωθήκαμε του Αγίου Γεωργίου, 23 Απριλίου του '45, και φτάσαμε στην Αθήνα στις 30 Αυγούστου, διότι ξεκινήσαμε για τη Γαλλία αλλά οι Γάλλοι είχαν κλείσει τα σύνορα. Ήμασταν συνολικά γύρω στους 30 Έλληνες, από το Δουργούτι οι περισσότεροι, μερικοί από τον Βύρωνα και 5-6 Αρμένιοι. Γυρίσαμε πίσω στη Γερμανία, στο Όφφεμπουργκ μείναμε τρισίμισι μήνες. Εκεί περάσαμε πολύ καλά, επιτάξαμε μέσω της Γαλλικής Διοικήσεως μια τετραώροφη πολυκατοικία. Θυμάμαι, όταν φύγαμε οι Γερμανίδες που επέστρεφαν στα διαμερίσματά τους μας έδιναν συγχαρητήρια που κρατήσαμε το σπίτι τους πεντακάθαρο. Μένανε τέσσερις οικογένειες, άντρες δεν υπήρχαν, ακόμα δεν είχαν γυρίσει από το μέτωπο. Στις 25 Αυγούστου, μια μέρα με καταιγίδα, ήρθε η εντολή ότι φεύγουμε επιτέλους για το ταξίδι της επιστροφής.
Στον σταθμό ήρθαν οι γυναίκες της πολυκατοικίας να μας αποχαιρετήσουν. Θυμάμαι ακόμα τα ονόματά τους, η Μπέρτα Λουρκ με κόρη της τη Ρόζυ, στον τρίτο όροφο έμενε η οικογένεια Ούλεν, στον δεύτερο έμενε η Έλφριντ και στον πρώτο η Μάρθα. Έμενε επίσης και η Μάργκοτ, 17 χρονών κορίτσι, φυματικό.
Μείναμε πέντε μέρες στο Μόναχο και στις 30 του μηνός στις 7 το πρωί ξεκίνησε η ντακότα για την Αθήνα.

* Πώς νιώσατε που ξαναγυρίσατε μετά από 74 χρόνια;
Απίστευτο μου φαινόταν. Ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει. Ήταν πολύ δύσκολα και όμως τα κατάφερα. Μου φαινόταν βουνό και όμως το πέρασα γιατί τώρα εκεί βρήκα καλούς ανθρώπους και αυτό ήταν μια ανακούφιση. Όταν με τους ανθρώπους συντονίζεσαι στο ίδιο μήκος κύματος, το αποτέλεσμα είναι πολύ καλό.

* Τι σας ρώταγαν, τι τους είπατε;
Με ρωτούσανε συνεχώς τι τραβήξαμε στο στρατόπεδο, αυτό τους ενδιέφερε. Τους τα έλεγα.

* Πώς τη θυμάστε αυτή την περιπέτεια;

Ως τη μεγαλύτερη δυσκολία της ζωής μου. Ήταν πολύ δύσκολα. Όμως συχνά τις πολύ δύσκολες στιγμές τις ξεχνάω. Θέλω να θυμάμαι περισσότερο τις καλές στιγμές. Δεν θέλω να κρατάω μίσος, στην ψυχή μου. Όμως δεν ξεχνιούνται εύκολα.

* Η εμπειρία από το στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας άλλαξε τη ζωή σας;
Εγώ πιστεύω ναι. Τη σημάδεψε τη ζωή μου αυτή η ιστορία. Ευτυχώς, όταν γύρισα πίσω, ίσως επειδή ήμουν και τόσο μικρός, έπιασα τη ζωή από τα μούτρα.

* Μιλάτε για όλα αυτά στα παιδιά σας, στα εγγόνια σας;

Βεβαίως, μπορεί να μη θέλω να κρατάω το μίσος μέσα μου, αλλά αυτά δεν πρέπει να ξεχαστούν. Πρέπει να τα μάθουν οι νεότερες γενιές. Εγώ τα έχω ζωγραφίσει κιόλας. Έχω ζωγραφίσει τη γειτονιά που ήταν ο σταύλος που μέναμε στο Ομπερζέσινγκεν γράφοντας “Εν σταύλω των αλόγων και αστέγων Ηotel 5 Aστέρων”. Εγώ αφηγούμαι την περιπέτειά μου κι ας κάνει ο καθένας ό,τι νομίζει. Δεν πρέπει να αφήσουμε ποτέ ξανά την ανθρωπότητα να ξανακάνει αυτά που έγιναν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Να μην επαναληφθεί το ίδιο λάθος.
________________________________________
Δημοσίευση σχολίου