ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ gmosxos1@hotmail.com στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα άνοιξε και ισχύει πάλι το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε σε περίπτωση που αδυνατείτε να κάνετε χρήση του hotmail.com
ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Έστρωσε την καριέρα επαγγελματιών «μακεδονομάχων»


Μια ψύχραιμη εκτίμηση για το Μακεδονικό και τη Συμφωνία των Πρεσπών
Άρθρο
Του Γ. ΜΠΟΥΡΝΟΥΣ(*)
Η ελληνική κυβέρνηση επιτέλεσε το ιστορικό της καθήκον. Κατέληξε μέσα από σωστούς διπλωματικούς χειρισμούς σε μια συμφωνία, που καλύπτει πλήρως το εθνικό συμφέρον και την εθνική θέση της χώρας μας.
Στις Πρέσπες υπογράψαμε μια πολύ σημαντική συμφωνία, που κατοχυρώνει όλα αυτά που οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ απέτυχαν να υπερασπιστούν ή να συμπεριλάβουν σε μια λύση του Μακεδονικού τα τελευταία 26 χρόνια.

Συζητώντας από καθαρά διπλωματικής πλευράς και χωρίς να παρεμβάλλεται το μικροπολιτικό συμφέρον της αντιπολίτευσης, έχουμε επιτέλους στα χέρια μας μια συμφωνία που επιλύει ένα πρόβλημα που, για όσα χρόνια παρέμενε ανοικτό, έβλαπτε ολοένα και περισσότερα τα εθνικά μας συμφέροντα.
Σε αυτά τα 26 χρόνια που κυβέρνησε η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, όσο δεν βρισκόταν λύση, περισσότερα από 140 κράτη – συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Κίνας κ.α.- αναγνώρισαν τη γειτονική μας χώρα όχι με την προσωρινή ονομασία “πΓΔΜ” που είχε προβλεφθεί στην ενδιάμεση συμφωνία του 1995, αλλά με τη συνταγματική της ονομασία, δηλαδή ως “Δημοκρατία της Μακεδονίας”.
Από την Κυριακή, 17 Ιουνίου, και εφόσον ολοκληρώθηκε η κύρωση της συμφωνίας, τελείωσε η χρήση σκέτου του όρου “Μακεδονία” και έχουμε σύνθετη ονομασία με βάση την εθνική θέση της χώρας μας: “Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας”.
Με τη Συμφωνία των Πρεσπών λοιπόν πάμε να λύσουμε ένα πρόβλημα που ταλάνιζε την εξωτερική μας πολιτική 26 χρόνια,. Πρόκειται για σταθμό στην εξωτερική πολιτική όχι μόνο αυτής της κυβέρνησης, αλλά συνολικά της χώρας. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και ο όρος «εθνικά θέματα» καθιερώθηκε τη δεκαετία του '90, ακριβώς επειδή στο Κυπριακό και τις σχέσεις με την Τουρκία είχε προστεθεί και το Μακεδονικό. Με την επιπρόσθετη σημασία πως το Μακεδονικό, σε αντίθεση με τα άλλα θέματα, επηρέασε πολύ βαθύτερα το πολιτικό σύστημα.
Στη Μεταπολίτευση δεν υπάρχει άλλο «εθνικό θέμα» το οποίο να οδήγησε σε πτώση κυβέρνησης, ίδρυση κόμματος, πολιτικές καριέρες και ολόκληρους πολιτικούς και πελατειακούς μηχανισμούς με επαγγελματίες εθνικόφρονες «μακεδονομάχους».
Επιπλέον πρόκειται για θέμα που πολύ γρήγορα έφτιαξε και ένα στρατόπεδο δήθεν “μειοδοτών”, δηλαδή αριστερούς, αλλά όχι μόνο, διανοούμενους, σχολιαστές, δημοσιογράφους, πολιτικούς που δέχονταν πόλεμο, χλευασμό, απομόνωση. Ήταν από τα εμβληματικά ζητήματα της δικής μας αριστεράς και για αυτό θα έχουμε τη δυνατότητα με την πάροδο του χρόνου να πείσουμε την ελληνική κοινωνία για την ορθότητα των απόψεών μας και των επιλογών μας. Μπορεί εμείς εδώ και δεκαετίες να ξέραμε ποια είναι η εθνικά ωφέλιμη συμβιβαστική οδός, αλλά η κοινωνία, ακόμη και μέρος των ψηφοφόρων μας ντοπαριζόταν για χρόνια με ψέματα, διαστρεβλώσεις και εθνικισμό.
Γιατί λύση; Γιατί τώρα;
Γιατί τώρα; Και γιατί να το λύσουμε; Ακούμε συχνά το ερώτημα: «δηλαδή τι κακό πάθαμε που είχαμε αυτή την εκκρεμότητα με τα Σκόπια»;
Ας δούμε ένα απόσπασμα από ένα άρθρο που έγραψε φέτος τον Ιανουάριο στην “Καθημερινή” ο Μιχάλης Πεγκλής, που διετέλεσε σύμβουλος του Αντώνη Σαμαρά και του Κυριάκου Μητσοτάκη (Καθημερινή, 21/01/2018):
«Τα 25 χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1992-93 και το «Μακεδονικό» δεν ήταν «ανέξοδα» για εμάς. Η Ελλάδα θα βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση σήμερα αν το ζήτημα της ονομασίας είχε επιλυθεί από τότε. Ο ακατονόμαστος γείτονας θα είχε ενταχθεί στην ΕΕ από το 2007 μαζί με Βουλγαρία και Ρουμανία και στο ΝΑΤΟ το αργότερο το 2009. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική διεύρυνση των βορείων συνόρων μας με χώρες της ΕΕ, ταχύτερη ανάπτυξη των οδικών μεταφορών με την Κεντρική Ευρώπη, μείωση κόστους για τις εξαγωγές μας, περισσότερες αφίξεις τουριστών στη Β. Ελλάδα, λόγω υψηλότερου ατομικού εισοδήματος των γειτόνων. Άλλωστε, όχι για πρώτη φορά στη διπλωματική μας ιστορία, σήμερα διεκδικούμε αυτό που τότε απορρίπταμε».
Παίρνουμε εδώ μια πολύ καλή εικόνα των οικονομικών συνεπειών της στασιμότητας και της αποτυχίας επίλυσης αυτού του προβλήματος. Των ευκαιριών που χάθηκαν για την κοινή ανάπτυξη και ευημερία όλων των Βαλκανίων, αλλά και της Ελλάδας. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μάλιστα και την προσπάθεια για ανάπτυξη ποταμοπλοϊκού άξονα σύνδεσης της Κεντρικής Ευρώπης με τη Θεσσαλονίκη, τη σιδηροδρομική σύνδεση Θεσσαλονίκης-Σκοπίων-Βελιγραδίου-Βουδαπέστης, τη λειτουργία των λιμανιών μας σαν διαμετακομιστικού κόμβου για τα κινέζικα εμπορεύματα και τόσες άλλες δυνατότητες που τις βλέπουμε στα λιμάνια της βορειοδυτικής Ευρώπης. Οι εμπορικοί δρόμοι προς την κεντρική Ευρώπη περνούν από αυτή τη μικρή αλλά κεντρική χώρα των Βαλκανίων.
Αλλά και στο πολιτικό και διπλωματικό κομμάτι, δεν έχει γίνει σχεδόν καθόλου κατανοητό το κόστος που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια, ίσως επειδή δεν έχει κατανοητή η φύση των διεθνών διαπραγματεύσεων. Το να κάνεις διαρκώς ανταρτοπόλεμο στους διεθνείς οργανισμούς και τις διεθνείς συναντήσεις, ώστε να αποκρούεις απόπειρες της γειτονικής χώρας να εισέλθει σε οργανισμούς ή να καταγραφεί με το συνταγματικό της όνομα σε ανακοινωθέντα, σε λίστες συμμετοχής, ακόμα και σε ταμπελάκια σε τραπέζια, είχε πάντα κόστος. Κάθε φορά που πιέζεις για κάτι, ξοδεύεις διπλωματικό κεφάλαιο, που θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις πιο αποδοτικά αλλού, πχ στα θέματα των σχέσεών σου με την Τουρκία.
Κάθε φορά που κάποιος Έλληνας πολιτικός ή διπλωματικός παράγοντας ανακοίνωνε θριαμβευτικά πως απέτρεψε τη μια ή την άλλη ενέργεια των «Σκοπιανών», από πίσω κρυβόταν ένα τέτοιο κόστος. Δημιουργούσαμε υποχρεώσεις, χάρες και εξυπηρετήσεις, δεσμευόμασταν για ανταλλάγματα.
Όπως καταλαβαίνετε,
η επιχειρηματολογία περί λύσης υπαγορευμένης από το ΝΑΤΟ θέλει σκοπίμως να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα, αυτή τη συσσώρευση κόστους και χαμένων ευκαιριών. Η Ελλάδα επί 26 χρόνια απώλεσε τον ηγετικό της ρόλο στα Βαλκάνια, τον εκ των πραγμάτων ηγετικό ρόλο, χωρίς να έχουμε καμία ηγεμονική ή σοβινιστική διάθεση εδώ: Πολύ απλά, η Ελλάδα είναι το πλουσιότερο (μακράν) και παλαιότερο κράτος στα Βαλκάνια και αυτό με τις ισχυρότερες διασυνδέσεις και συμμαχίες.
Ειδικά για το ΝΑΤΟ, να τονίσουμε πως η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 προέβλεπε πως δεν μπορούσαμε να εμποδίσουμε την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Το βέτο που βάλαμε στο Βουκουρέστι ήταν παραβίαση της συμφωνίας και για αυτό καταδικαστήκαμε το 2011.
Είναι λοιπόν προς το εθνικό μας συμφέρον η επίλυση. Για την αποκατάσταση του ηγετικού ρόλου της Ελλάδας στα Βαλκάνια, για την εμπέδωση της σταθερότητας, της ειρήνης, της συνανάπτυξης των Βαλκανίων, μιας περιοχής που, μην το ξεχνάμε, παραμένει η φτωχότερη στην Ευρώπη και με τα περισσότερα προβλήματα διαφθοράς, κακής διακυβέρνησης, εθνοτικών συγκρούσεων, πολιτικής αστάθειας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Καμία χώρα, ιδίως οι μικρότερου μεγέθους χώρες, δεν μπορεί να ευημερήσει εάν δεν την ακολουθούν σε αυτό και οι γείτονές της. Ο ρόλος της χώρας μας μπορεί να είναι κομβικός σε μια άλλη πορεία για τα Βαλκάνια και το όφελος αμοιβαίο και ιδιαίτερα μεγάλο. Γιατί ακριβώς, αυτή η συμφωνία θα σταθεροποιήσει και τη γειτονική χώρα και θα την καταστήσει λιγότερο ευάλωτη σε ξένες επιρροές, ιδίως από την Τουρκία και τη Ρωσία.
Για την δε αμερικανική επιρροή, ας μην έχουμε αυταπάτες, ποτέ δεν εξέλιπε από την ευρύτερη περιοχή: Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βάση Μπόντστιλ, που δημιουργήθηκε το 1999 και τον πόλεμο του Κοσόβου, στο Ουρόσεβατς του Κοσόβου, μόλις 53 χλμ από την πόλη των Σκοπίων.

Μια ανέλπιστη συμφωνία
Η συμφωνία που έγινε με τη γειτονική χώρα ήταν ανέλπιστη και πολλοί δεν τη θεωρούσαν καν ρεαλιστική. Ορισμένοι τη σχολιάζουν και σαν ετεροβαρή, σε βάρος της γειτονικής χώρας, σαν αποτέλεσμα επιβολής του ισχυρότερου. Αν και δεν συμμεριζόμαστε μια τέτοια προσέγγιση, πρέπει να γνωρίζουμε πως αφενός η επιτυχία αλλαγής συνταγματικού ονόματος μιας χώρας, 27 χρόνια μετά την ίδρυσή της (και πολλά περισσότερα μετά την εμφάνισή της ως ομοσπονδιακό κρατίδιο της Γιουγκοσλαβίας) είναι πρωτοφανής.

Πρέπει να επισημάνουμε και τις πρόσθετες απαιτήσεις που μπορούμε να πούμε ότι σήκωναν τον πήχη ψηλά: Erga omnes –δηλαδή και  εσωτερική  χρήση της νέας σύνθετης ονομασίας, αλλά και συνταγματικές αλλαγές –που είναι το στοιχείο που προσθέσαμε και κερδίσαμε εμείς.  
Ακριβώς για όλα αυτά, πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι δύσκολο το έργο της κυβέρνησης Ζάεφ και των μετριοπαθών δυνάμεων σε αυτή τη χώρα, που ναι μεν δεν προβάλλονται στα κανάλια μας, είναι όμως υπαρκτές και καθόλου αμελητέες. Δεν ξέρουμε όμως αν θα είναι σε θέση να επικρατήσουν στο φανατισμένο ακροατήριο που η έφτιαξε η μακρόχρονη διακυβέρνηση του VMRO -κόμματος που συμβιώνει από το 2007 με τη ΝΔ στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα- και ειδικότερα η καταστροφική δεκαετίας της διακυβέρνησης Γκρουέφσκι (2006-2016).
 Ξέρουμε ωστόσο, πολλοί προοδευτικοί και μορφωμένοι άνθρωποι στη γειτονική χώρα είχαν αγανακτήσει με το εξωφρενικό, πανάκριβο και κιτς πρόγραμμα εξαρχαϊσμού του Γκρούεφσκι.
         
Σε τι συμβιβαστήκαμε τελικά;
Παρά τα όσα πολύ σημαντικά αποσπάσαμε, η συμφωνία αυτή είναι προϊόν συμβιβασμού, όπως κάθε διεθνής συμφωνία που δεν προκύπτει από πόλεμο και παράδοση άνευ όρων του αντιπάλου.
Συμβιβαστήκαμε στην απόδοση της ιθαγένειας “Μακεδόνας” προσθέτοντας όμως στον ήδη υπαρκτό όρο στα διαβατήρια των γειτόνων μας, τον προσδιορισμό “Πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας”. Να σημειώσουμε εδώ ότι καμία εθνότητα δεν αναγνωρίζεται στη Συμφωνία, καθότι το Διεθνές Δίκαιο δεν περιέχει ορισμό του έθνους ή του λαού. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, η σύμβαση που υπογράψαμε να αναγνωρίζει έθνος. Το μόνο που κάνει είναι να μιλά για την ιθαγένεια.
Μας κατηγορούν ότι συμβιβαστήκαμε και στην ονομασία της γλώσσας. Βέβαια και εδώ μπήκαν προσδιορισμοί που κατοχυρώνουν νομικά για πρώτη φορά τον διαχωρισμό αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και σλαβομακεδονικής.
Συγκεκριμένα, το Άρθρο 7 της Συμφωνίας αναφέρει:

                                                ΑΡΘΡΟ 7
1.   Τα Μέρη (σσ: η Ελλάδα και η πΓΔΜ) αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους “Μακεδονία” και “Μακεδόνας” αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά.
2.   Αναφορικά με το Πρώτο Μέρος (σσ: Ελλάδα), με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνο η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους, αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο Ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα.
3.   Αναφορικά με το Δεύτερο Μέρος (σσ: πΓΔΜ), με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο Άρθρο 7(2).
4.   Το Δεύτερο Μέρος (σσ: πΓΔΜ) σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα του, η Μακεδονική γλώσσα, ανήκει στην ομάδα των Νότιων Σλαβικών γλωσσών. Τα Μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά του Δεύτερου Μέρους δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής του Πρώτου Μέρους.
5.   Τίποτα στην παρούσα Συμφωνία δεν αποσκοπεί στο να υποτιμηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, ή να αλλοιώσει ή να επηρεάσει τη χρήση από τους πολίτες εκάστου Μέρους.
Δύο πρόσθετες παρατηρήσεις εδώ:
Ο αυτοπροσδιορισμός είναι ιερός στο διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς σχέσεις  –σκεφτείτε μόνο πόσες δεκάδες κράτη έχουν εμφανιστεί και πόσες εκατοντάδες εθνότητες μέσα σε αυτά τα κράτη.
Η μακεδονική γλώσσα σαν νοτιοσλαβική, τα σλαβομακεδόνικα δηλαδή, είναι εδώ και δεκαετίες αναγνωρισμένη γλώσσα από τη διεθνή γλωσσολογική κοινότητα, ενώ από το 1977 είναι αναγνωρισμένη και από τον ΟΗΕ. Ας μην ξεχνάμε και τις σχετικές αναφορές της Πηνελόπης Δέλτα και του Στρατή Μυριβήλη. Είναι τετελεσμένο.
Πρόκειται δηλαδή για διεκδικήσεις τους που είχαν χαρακτήρα κεκτημένου και άρα ήταν αδύνατο να μείνουν εκτός συμφωνίας.
Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γνωρίζουμε πως ο συμβιβασμός, το να αφήνεις και στην άλλη πλευρά κάτι, εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα και τη μακροημέρευση μιας συμφωνίας. Γιατί η βιωσιμότητα μιας συμφωνίας δεν εξαντλείται στη νομική της υπόσταση. Χρειάζεται από κοινού προσπάθεια και επένδυση από τις δύο πλευρές, για να ριζώσει στις συνειδήσεις των λαών ως η οριστική λύση της διένεξης.
Ποιες θα είναι οι εσωτερικές προεκτάσεις;
Είδαμε τι σημαίνει για τη χώρα μας και την εξωτερική της πολιτική η επίλυση του Μακεδονικού. Όμως πρέπει να δούμε και τις εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.
Η συμφωνία αυτή καταγράφει την πρώτη σοβαρή και αποφασιστική ήττα του ελληνικού σοβινισμού.
Το Μακεδονικό ζήτημα στις αρχές της δεκαετίας '90 έστρωσε την καριέρα επαγγελματιών “μακεδονομάχων”, ολόκληρων μηχανισμών της βορειοελλαδίτικης δεξιάς από πολιτευτές, επιχειρηματίες-κομματάρχες, προέδρους μακεδονικών συλλόγων, σοβινιστές διανοούμενους και αρθρογράφους, που εμπορεύονταν Μακεδονία και αποκτούσαν επιρροή. Όλα κινούνταν γύρω από μηχανισμούς συλλογής ψήφων, δικτυώσεων με κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, θέσεις σε κρατικούς φορείς κλπ. Ένα ολόκληρο πελατειακό και πολιτικό σύστημα φτιάχτηκε γύρω από το Μακεδονικό, που ανέδειξε πολλούς παράγοντες τοπικής ή εθνικής εμβέλειας και να το πούμε ωμά, «τάισε» ακόμα περισσότερους.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης και πολιτικού ελέγχου πληθυσμών που είχαν στηθεί στη Βόρεια Ελλάδα και ιδίως στους μεθοριακούς νομούς, από τη λήξη του εμφυλίου. Στα τέλη της δεκαετίας του '80, μετά τον εκδημοκρατισμό της μεταπολίτευσης και το ξήλωμα πολλών (όχι όλων) παρακρατικών μηχανισμών από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και την εξάλειψη του δήθεν “από βορρά κομμουνιστικού κινδύνου” αυτοί οι μηχανισμοί κλονίζονταν, έχαναν λόγο ύπαρξης και αντικείμενο. Και τότε ενέσκηψε το Μακεδονικό. Ώστε οι μηχανισμοί αυτοί να συνεχίσουν τη δουλειά τους, να συνεχίσουν να ελέγχουν, να αποφασίζουν ποιος θα εκλεγεί δήμαρχος και ποιος βουλευτής, ποιος επιχειρηματίας θα ευνοηθεί, ποιος θα εκλεγεί μητροπολίτης, ποιος θα γίνει διοικητής σε οργανισμό κλπ.
Ε, λοιπόν αυτό το σύστημα για πρώτη φορά νικήθηκε. Και σιγά σιγά θα ξηλωθεί. Και οι πρώτοι που το έχουν αυτό ανάγκη είναι ο λαός της Βόρειας Ελλάδας, ο λαός της Θεσσαλονίκης, αλλά και ο λαός των «εθνικά ύποπτων» περιοχών της μεθορίου, αυτοί που ήταν και τα μεγαλύτερα θύματα της καταπίεσης και της χειραγώγησης δεκαετιών.
Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θλιβερή μυωπία μιας ορισμένης αριστεράς, με βασικό εκφραστή το ΚΚΕ, που επικαλείται το ψευδοεπιχείρημα ότι η επίλυση του Μακεδονικού υπαγορεύεται από ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, προκειμένου να αναιρέσει την ιστορικά σωστή θέση που είχε από το 1992.
Ένας ισχυρός πολιτικός και ιδεολογικός αντίπαλος συνάντησε την πρώτη του ήττα από μια αριστερά που δεν ομνύει στον σοβινισμό, αλλά στον δημοκρατικό πατριωτισμό.  Το ΚΚΕ στέκεται υπόλογο στην ίδια του την ιστορία και όταν, με το καλό η συμφωνία φτάσει στην ελληνική Βουλή, τότε τόσο οι βουλευτές του, όσο κάθε βουλευτής που αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός, δημοκράτης και πατριώτης (ΚΙΝΑΛ-ΔΗΣΥ και Ποτάμι), θα κληθεί να σταθεί στο ύψος της ιστορικής ευθύνης, που υπαγορεύει την επικύρωση αυτής της ιστορικής συμφωνίας.
____________
(*) Ο Γιάννης Μπουρνούς, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας & Υπεύθυνος του Τομέα Ευρωπαϊκών & Διεθνών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ
Δημοσίευση σχολίου