Η ρύθμιση για
τους κλειστούς προϋπολογισμούς και την υποχρεωτική επιστροφή των ποσών που
υπερβαίνουν το προκαθορισμένο όριο, έχει νομοθετηθεί από το 2012. Εμείς, παρουσιάσαμε μία βελτιωμένη πρόταση.
Ενισχύσαμε με 30 εκατομμύρια επιπλέον τον ήδη ενισχυμένο, σε σχέση με το 2018,
προϋπολογισμό του 2019.
Θυμίζω ότι το
2014 ο προϋπολογισμός, το όριο, δηλαδή, δαπάνης για τα διαγνωστικά ήταν 328
εκατομμύρια ευρώ. Το 2018 ήταν 357. Το 2019, με μια προσαύξηση που έχουμε δώσει
ήδη, έχει πάει στα 366. Και πάνω σ’ αυτά τα 366, προσθέσαμε άλλα 30
εκατομμύρια. Δηλαδή, δώσαμε 39 εκατομμύρια επιπλέον στον προϋπολογισμό του
2019.
Το αίτημα από
την πλευρά των εργαστηριακών, των διαγνωστικών κέντρων και των διαγνωστικών
εργαστηρίων είναι να υπάρξει προσαύξηση στον προϋπολογισμό του 2018. Εξηγήσαμε στους εκπροσώπους τους ότι αυτό δεν
μπορεί να συμβεί αυτή την περίοδο διότι και να υπήρχαν τα χρήματα χρειάζεται
νομοθετική ρύθμιση. Και η Βουλή είναι γνωστό ότι είναι κλειστή άρα δεν είναι
δυνατόν σε μια προεκλογική περίοδο να αντιμετωπιστεί ως αίτημα αιχμής μια
τέτοια διεκδίκηση.
Αυτό το οποίο εισηγούνται, το να πληρώνει ο ασθενής και στη συνέχεια να
ζητάει από τον ΕΟΠΥΥ να του δώσει τα χρήματά του, πέρα από το ότι επιβαρύνεται
ο ασθενής, πληρώνει μέσα από την τσέπη του, δεν προβλέπεται. Η σύμβαση, την οποία έχουν συνυπογράψει τα
εργαστήρια με τον ΕΟΠΥΥ δεν προβλέπει, πέραν της θεσμοθετημένης συμμετοχής του
15% καμία άλλη επιβάρυνση του ασθενή.
Αυτό, οδηγεί στην de facto καταγγελία των συμβάσεων. Από αυτήν την εξέλιξη είναι προφανές ότι δεν
ευνοούνται ούτε οι ασθενείς, αλλά ούτε και η πλειονότητα των μικρών και μεσαίων
εργαστηρίων. Διακρίνω μία προσπάθεια να προωθηθούν συγκεκριμένα επιχειρηματικά
συμφέροντα, τα οποία προσβλέπουν σε μία αναδιανομή της πίτας των διαγνωστικών
εργαστηρίων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου