ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Ο Βασ. Χριστόπουλος για τον λήσταρχο Κώστα Πανόπουλο

 


Μια λογοτεχνική και ιστορική συνάντηση του χριστιανοκοινωνιστή λήσταρχου με τον σημερινό αναγνώστη!

Ο Λήσταρχος Κώστας Πανόπουλος γεννήθηκε στα Μαζέικα (Κλειτορία) των Καλαβρύτων το 1873 και πέθανε το 1966. Είναι θαμμένος στο νεκροταφείο των Μαζεΐκων.

Με το νέο μου μυθιστόρημα Με τον Ισού και το Ρεβόλβερ, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ Γιαννόπουλος Γιώργος επεδίωξα μια λογοτεχνική και ιστορική συνάντηση του χριστιανοκοινωνιστή λήσταρχου με τον σημερινό αναγνώστη, γράφει ο Βασίλης Χριστόπουλος, εξαίρετος Πατρινός λογοτέχνης .

Ταυτόχρονα θέλησα να αναθερμάνω το ιστορικό ενδιαφέρον για μια εποχή που σφραγίστηκε από δυο κρίσιμα γεγονότα, το στρατιωτικό κίνημα του 1909 στο Γουδή και τον εθνικό διχασμό 1915 – 1917 (με πολλές αντιστοιχίες με το σήμερα).

Πρωτοσυνάντησα τον Λήσταρχο το 2003, μέσα από τα Απομνημονεύματά του. Με γοήτευσε κι από τότε με "κυνηγούσε".

Τότε τού έγραψα κι ένα διήγημα για τη συλλογή «Αναζητώντας το Θεό». Η επιμελήτρια του Κέδρου όμως βρήκε το διήγημα (με τίτλο τότε "Τα λύτρα της Ευτυχίας") αδύναμο. Με συμβούλεψε να το δουλέψω κι άλλο ή να το αποσύρω από τη συλλογή. Αποφάσισα το δεύτερο με σκοπό κάποτε να το κάνω μυθιστόρημα.

Όλα αυτά τα χρόνια τον απέφευγα. Μετά την έκδοση όμως του Ρομανό Τσορουπέ, υπέκυψα στη γοητεία του. Περάσαμε τρία χρόνια καθημερινής παρέας, με συγγραφή, συζήτηση και έρευνα μέχρι να τον παρουσιάσω στον σημερινό αναγνώστη αλλά και σε κάθε φιλίστορα.

Όπως σημείωσε ο Konstantinos Magnis, «Ο λήσταρχος Πανόπουλος μας κυνηγούσε για πολύ καιρό. Καιρός ήταν να πέσουμε στα χέρια του. Φρόντισε γι αυτό ο Βασίλειος Χριστόπουλος με το νέο του βιβλίο, ίσως το πιο συναρπαστικό και ερεθιστικό από όλα τα προηγούμενα»

Για μια δημιουργική επικοινωνία με αναγνώστες του βιβλίου έστησα μια FB page. Μετά από δέκα μέρες, η σελίδα απέκτησε μια κρίσιμη μάζα 200 φίλων (αποφεύγω τη φρικτή λέξη ακόλουθοι του FB). Νομίζω ότι η μικρή αυτή κοινότητα είτε έχει δεσμούς με την Αχαΐα είτε όχι, μπορεί πολλά να συζητήσει:

Για τον αμύθητο πλούτο που σώρευαν οι σταφιδέμποροι, τη εξαθλίωση των αγροτικών πληθυσμών, τη σταφιδική κρίση του 1903, το κίνημα του 1909 και τις ελπίδες που γέννησε, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το Κιλελέρ και τις αγροτικές εξεγέρσεις, τον Α' παγκόσμιο πόλεμο και τον εθνικό διχασμό... που μοιάζουν τόσο μακρινά αλλά έχουν και πολλές αναλογίες με τα σημερινά μας.

Αλλά και ο λογοτεχνικός μου Πανόπουλος θέτει πολλά κοινωνικά ζητήματα: ο έρωτάς του με μια πρώιμη ρεμπέτισσα (τη Γιαννούλα), τα πρώτα ρεμπέτικα τραγούδια στα Ταμπάχανα της Πάτρας, το κίνημα του χριστιανοκοινωνισμού, η λατρεία του Πανόπουλου για την άγρια φύση και η πίστη του στις θεραπευτικές της δυνάμεις.

Και κυρίως αυτός ο ίδιος ο πρωτόγονος αγώνας του κατά της αδικίας. Γιατί ο κάθε αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη, ακόμη κι όταν παίρνει «ανορθόδοξες» μορφές, για μένα (και για τους φίλους μου, πιστεύω), πάντα παραμένει συγκινητικός και ελπιδοφόρος. 

 


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Με τον Ισού και το Ρεβόλβερ», εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ Γιαννόπουλος Γιώργος
 
—Τώρα δεν μπορεί να γίνει τίποτα, Πανόπουλε. Η Ελλάδα έχει πτωχεύσει. Μας χτυπάει κι η σταφιδική κρίση.
Ο Πανόπουλος έριξε μια ματιά τριγύρω. Μετά κοίταξε ψηλά τους πολυέλαιους και τις τεράστιες οροφογραφίες που κάλυπταν τα ταβάνια.
—Η Ελλάδα κι η κοινωνία μπορεί να μην έχουν, εσείς, απ’ ότι βλέπω, έχετε, σχολίασε ψύχραιμα.
—Πανόπουλε, μην κοιτάς τα σπίτια μας. Κάποτε μπορέσαμε και τα χτίσαμε, τώρα δεν μπορούμε ούτε να τα συντηρήσουμε, φώναξε ο κυρ Ξενοφών. Η σταφιδική κρίση μας έχει τσακίσει.
—Η σταφίδα σάς πλούτισε, κυρ Ξενοφών. Αλλά δεν σεβαστήκατε ούτε τη σταφίδα, ούτε τη φτωχολογιά.
—Τι εννοείς; Για ’ξηγήσου.
—Ξέρετε τι γίνεται. Σεις σωρεύετε πλούτο, κάνετε μέγαρα κι οι αθρώποι δουλεύουνε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για ’να κομμάτι ψωμί. Όχι μόνο εδώ, αλλά και στα τσιφλίκια της Θεσσαλίας το ίδιο γίνεται.
—Μα ποιανού είναι τα τσιφλίκια, τα σταφιδοχώραφα, οι σταφί δες, ρε Πανόπουλε; Μήπως τα ’χουμε μισακά και δεν το ξέρουμε; ειρωνεύτηκε ο κυρ Ξενοφών.
—Δικά σας είναι. Τα βρήκατε από πατεράδες και παππούδες, τ’ αγοράσατε από εθνικές γαίες, τα κληρονομήσατε από τον Τούρκο, και σήμερα, σύμφωνα με το σύνταγμα, είναι δικά σας. Αλλά ποιος ρίχνει τις ζεστές αχτίνες του ήλιου να γουρμάσει ο καρπός; Ποιος ποτίζει τ’ αμπέλια σας με τη βροχή; Δεν δικαιούνται λοιπόν κι οι αγρότες ένα μερτικό παραπάνω, να ζούνε κι αυτοί σαν αθρώποι;
—Ξέρεις τι έξοδα κρύβει πίσω της αυτή η δουλειά; ξέσπασε ο κυρ Δρούλιας και συνέχισε. Ποιος ξελόγγωσε και ξεχέρσωσε τα χωράφια; Ποιος τα φύτεψε; Ποιος τα κλαδεύει, τα σκαλίζει, τα φροντίζει ολοχρονίς; Αυτά δεν τα κάνει ο ουρανός τζάμπα, τα πληρώνουμε εμείς. Και μετά μάζεμα, συσκευαστήρια, σταφιδαποθήκες, μπάρκο στα καράβια, λογιστές και γραμματικοί, ποιος τα πληρώνει;
—Η ίδια η σταφίδα τα πληρώνει, κυρ Δρούλια. Πληρώθηκαν όλα με τον καρπό της, απάντησε ψύχραιμα ο Πανόπουλος.

 

_________

Στις φωτογραφίες: Ο τάφος του Πανόπουλου στα Μαζέικα (προσφορά του φίλου Γιάννης Λάμπρου. Και τα ανθισμένα ραδίκια που ο Λήσταρχος αγαπούσε.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια: