Τις κραδαίνουν τις ξιφολόγχες σαν μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά. Αμπριά. Άδεια! Ψυχή ζώσα! Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν!
Πολλοί πολέμησαν από το χωριό μας στον Ελληνο-Ιταλικό πόλεμο, μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου.. Μας έλεγε ιστορίες δίπλα στο τζάκι τον χειμώνα.. Πραγματικοί ¨Έλληνες, αγνά παλικάρια, αφανείς ήρωες που κράτησαν όρθια την πατρίδα...
Ας είναι ελαφρύ το χώμα όσων χάθηκαν στο μέτωπο... Αναπαυμένοι και όσοι το γήρας τους πήρε από κοντά μας. Ζήτω το έπος του 1940!!! Ζήτω η Ελλάς!!!.
Μολών Λαβέ!
Η χιονισμένη κορυφή, αυτή που κρύβεται μέσα στα σύννεφα, είναι η ανθρωποφάγος Τρεμπεσίνα.
Υψόμετρο 1924. Γενάρης του 41. Χιονοθύελλα.
Οι Χανιώτες του 14ου Συντάγματος της 5ης Μεραρχίας είναι στα πόδια του βουνού. Στην κορυφή οι Ιταλοί Αλπίνοι. Κάθετη η βουνοπλαγιά. Άπαρτη.
«Αδύνατον» αναφωνεί ο Νικόλαος Σπένδος, ο Συνταγματάρχης, στην εντολή «προχωρείτε!».
Πώς να στείλεις τους στρατιώτες στη σίγουρη σφαγή; Πώς να ανεβάσεις 1500 παγωμένους στρατιώτες ακάλυπτους, στην κάθετη, κρυσταλλωμένη βουνοπλαγιά, εκεί που δεν γαντζώνει μήτε σίδερο και που τη γαζώνουν τα πολυβόλα, Ναι είναι «Αδύνατον».
«Εγώ παιδιά θα πάω. Κι όποιος θέλει έρχεται. Άμα παγώνουμε εμείς εδώ κάτω, αυτοί εκεί πάνω θα 'χουν γίνει κούτσουρα»
Τον λένε Ησίοδο. Ησίοδο Τσίγκο, Μικρασιάτης από τα Βουρλά. Το μόνο αγόρι της οικογένειας που γλίτωσε από τους Τσέτες, χάρη σε έναν Τούρκο γείτονα που έκρυψε αυτόν και τη μάνα του σ' ένα κάρο. Και βγήκαν στα
Χανιά. Εκεί μεγάλωσε.
Τώρα, έφεδρος ανθυπολοχαγός, ελλείψει μονίμων, διοικεί τον 11ο Λόχο.
-«Λοιπόν, εγώ πάω».
-Μα κύριε Ανθυπολοχαγέ ο Συνταγματάρχης δεν το ξέρει!»
-«Θα του το πούμε άμα φτάσουμε».
Τον ακολουθούν σαράντα. Ανεβαίνουν. Καρφώνουν τις ξιφολόγχες στον πάγο κι ανεβαίνουν.
Δεν τους χτυπούν τα πολυβόλα. Μα τους χτυπά πιο άγρια η θύελλα.
Τους ξυλιάζει τα πόδια και τους αχρηστεύει τα δάχτυλα. Μέχρι και το δάκρυ τους παγώνει.
Ανεβαίνουν. Από τη μέση κι απάνω κάθε 50 μέτρα χάνουν κι έναν. Μα ανεβαίνουν.
Φτάνουν στο 1924!
Εφτά κι ένας ο ανθυπολοχαγός οχτώ… Τα ξυλιασμένα χέρια είναι αδύνατο να περάσουν ξιφολόγχη στα τουφέκια.
Τις κραδαίνουν σαν μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά. Αμπριά. Άδεια! Ψυχή ζώσα! Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν! Κατέβηκαν χαμηλά να σωθούν μέχρι να κοπάσει ο δαίμονας.
Κονσέρβες, τσιγάρα, σοκολάτες όλα στη θέση τους. Τακτοποιημένα.
Το ίδιο τα βαριά πολυβόλα και δυο –τρείς μικροί όλμοι.
-«Γυρίστε τα από την άλλη!» φωνάζει ο Ησίοδος. «Θα ρθούνε το πρωί!»
Και έρχονται το πρωί που χει πάψει η θύελλα. Τραγουδώντας να ξαναπιάσουνε τα αμπριά τους… Και τους θερίζουνε τα δικά τους πολυβόλα!
Όσοι ζούνε το βάζουνε τα πόδια, να ειδοποιήσουν πως την κορφή την πιάσανε οι Έλληνες!
Μα το ίδιο κάνει κι ο Τσίγκος. Φωνάζει στον γκρεμό, όσοι από τους δικούς του δεν είναι παγωμένοι, να μην ανέβουν. Να γυρίσουν στο Σύνταγμα. Να πουν πως θέλουμε ενισχύσεις στην κορυφή!
Στο μεταξύ φαίνονται οι Ιταλοί στη βορεινή ρίζα. Δυο ολόκληρα Συντάγματα Αλπινιστών ανεβαίνουν να ξαναπάρουν το βουνό.
Μα είναι αργά! Ο Παπαστεργίου, ο Μέραρχος, έχει προλάβει να τους ανεβάσει όλους στο βουνο! Ολόκληρη τη Μεραρχία Κρήτης!
Αριστερά οι Ρεθυμνιώτες του 44ου, στο Κέντρο οι Χανιώτες του 14ου και δεξιά οι Καστρινοί κι οι Λασιθιώτες του 43ου.
Οι Ιταλοί δεν είναι δειλοί. Ορμούν. Πιάνονται χέρι με χέρι οι Κρητικοί με τους Τυρολέζους και τα παιδιά από τα Απέννινα.
Γλιστρούν και πέφτουν αγκαλιασμένοι στις παγωμένες χαράδρες και στις τρύπες του βουνού. Κοντά δυο μέρες σκοτώνονται, ώσπου το πράμα γίνεται ξεκάθαρο. Οι Κρητικοί πήραν την Τρεμπεσίνα!(*)
(Από την Ναυπακτιακή Φωνή -Περιοδοκή έκδοση του Συνδέσμου των Εν Πάτραις Ναυπακτίων, έτος 28ο, αρ. φύλλου 116)
___________
(*) Την καταπληκτική αυτή φωτογραφία δεν την τράβηξε κάποιος πολεμικός ανταποκριτής. Δεν είναι φωτογραφία προπαγάνδας. Την τράβηξε μια νοσοκόμα του Ελληνικού Στρατού, η Μαρία Χρουσάκη. Χάρη στον Βασίλη Χολέβα δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα. Είναι Ιταλοί αιχμάλωτοι, πολλοί τραυματισμένοι, με τους Έλληνες φρουρούς τους. Στην κοιλάδα του Αώου. Στο βάθος η φονική Τρεμπεσίνα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου