![]() |
|
ΚΑΝΕΤΕ κλικ στον σύνδεσμο greekjewsholocaustsurvivors.art/profile/heinz_kounio/ |
Ο Χάιντς Κούνιο έζησε από τα 16 του για δύο χρόνια τη φρίκη και την κατέγραψε σε βιβλίο του .- Συλλυπητήρια δήλωση του Φοίβου Τσικλιά, αναπληρωτή Εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ
«Δεν υπάρχουν λόγια… Σήμερα έφυγε ο πατέρας μας για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας μια μεγάλη κληρονομιά σε όλους μας, παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα και κοινωνία. Ο τελευταίος πια Θεσσαλονικιός άνδρας επιζών από το Άουσβιτς», αναφέρει σε ανάρτηση της η κόρη του εκλιπόντος, Χέλλα Ματαλόν.
«Αφιέρωσε τη ζωή του με πάθος στη διατήρηση της μνήμης. Δεν θα βγει ποτέ από την καρδιά μας. Η καρδιά μας είναι πολύ βαριά», υπογραμμίζει.
Σε μήνυμα του, εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ, ο αναπληρωτής εκπρόσωπος Τύπου Φοίβος Τσικλιάς, αναφέρει για τον μεγάλο εκλιπόντα:
«Με βαθιά θλίψη και σεβασμό, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αποχαιρετά τον Χάιντς Κούνιο, μια εμβληματική μορφή της Θεσσαλονίκης και τελευταίο επιζώντα των πρώτων βαγονιών του θανάτου Ελλήνων Εβραίων προς το Άουσβιτς.
Ο Χάιντς Κούνιο υπήρξε ζωντανή μνήμη του Ολοκαυτώματος, μετατρέποντας το προσωπικό του μαρτύριο σε μια αέναη υπενθύμιση κατά του φασισμού. Με το ήθος και τη δράση του δίδαξε στις νεότερες γενιές την αξία και τη σημασία του συνθήματος «Ποτέ Ξανά». «Η μνήμη είναι το μοναδικό ανάχωμα στον θάνατο και τη λήθη» είχε δηλώσει. Αυτή τη μνήμη υπηρέτησε ακούραστα, υπενθυμίζοντας πως η σιωπή απέναντι στη φρίκη είναι συνενοχή. Η παρακαταθήκη του αποκτά δραματική επικαιρότητα σήμερα, που η ανθρωπότητα παρακολουθεί με οδύνη το διεθνές δίκαιο να υποσκελίζεται και τα ανθρώπινα δικαιώματα να αμφισβητούνται.
Χρέος όλων μας, τιμώντας την μνήμη του Χάιντς Κούνιο, είναι να μην επιτρέψουμε στο σκοτάδι να επιστρέψει. Ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του και την Ισραηλιτική Κοινότητα».
Ποιος ήταν ο αντιφασίστας Χάιντς Κούνιο
Ο Χάιντς Κούνιο έζησε τη φρικιαστική εμπειρία της μεταφοράς του στο Άουσβιτς- Μπιρκενάου, στις 16 Μαρτίου του 1943, σε ηλικία μόλις 16 ετών.
«Εγώ και η οικογένειά μου βρισκόμασταν στην πρώτη αποστολή, που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη. Φτάνοντας στον προορισμό, ζαλισμένοι και εξασθενημένοι, αντικρίσαμε μία εικόνα που παρέπεμπε στην “Κόλαση” του Δάντη. Μαύρος καπνός έβγαινε από τα φουγάρα, άγριες φωνές ακούγονταν από παντού, σκυλιά γάβγιζαν και πυκνό σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα. Τότε κατάλαβα ότι κάτι κακό θα μας συνέβαινε» έλεγε, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ το 2009.
Κατάφερε να σωθεί κυρίως χάρις στην άπταιστη γνώση της γερμανικής γλώσσας, υπομένοντας επί δύο χρόνια τα δεινά της απάνθρωπης ναζιστικής μηχανής θανάτου. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Έζησα τον θάνατο», ο Χάιντς Κούνιο κατέγραψε τον ζόφο του Ολοκαυτώματος, όπως ο ίδιος τον βίωσε.
Το 1981 εκδόθηκε το βιβλίο του Χάιντς Κούνιο «Έζησα το
Θάνατο. Το ημερολόγιο του αριθμού 109565», όπου συγκέντρωσε μνήμες και
ντοκουμέντα από τα ναζιστικά στρατόπεδα. Σε αυτά αναφέροντα τα παρακάτω, που έζησε,
σε ηλικία 16 χρόνων και επί δύο χρόνια και που τα αφηγήθηκε σε συνέντευξή του ο Χάιντς Κούνιο στην Άρτεμη Αλκαλάη, στις 28 Ιανουαρίου του 2016.
Μόλις κατεβήκαμε υπήρξε πανδαιμόνιο. Πρώτη αποστολή είχε τους χαμάληδες του λιμένα της Θεσσαλονίκης, τους περιβόητους χαμάληδες της Θεσσαλονίκης που κουβαλούσαν τριακόσια, τετρακόσια κιλά στην πλάτη. «A Dio, la muerte», «A Dio, la muerte» [Θεέ μου, ο θάνατος στα λαδίνο] σπανιόλικα, μα σπανιόλικα δε μιλούσαν οι Γερμανοί. Χρατς, τους κοπανούσαν από πάνω.
Κι εκεί τους έκανε ένα κλικ τους SS, αντιλήφθηκαν πως αυτοί οι άνθρωποι δε μιλάν γερμανικά και φωνάξαν «μιλάει κανείς γερμανικά;», «ποιοι είστε;»; Βγήκαμε, αμέσως, τέσσερις μπροστά.
Από τους τέσσερις βγήκανε ένας υγιής που είχε δικαίωμα να ζήσει, ένας κουτσός, ο μπαμπάς, ο υγιής ήταν η μαμά, ο κουτσός ήταν ο μπαμπάς ο οποίος δεν είχε δικαίωμα να ζήσει και δυο παιδιά μικρά που δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουνε διότι θα τους επιλέγανε.
Και μας δέχθηκαν, «εσείς θα γίνετε διερμηνείς». Και αυτό μας έσωσε, και μας έδωσε το δικαίωμα να μιλάμε και οι τέσσερις για το Ολοκαύτωμα.
Ήμασταν οι μόνοι ίσως οι οποίοι περάσαν το στρατόπεδο του Άουσβιτς του Ολοκαυτώματος, γιατί έτσι ήταν το Άουσβιτς, καθαρά εργοστάσιο θανάτου. Και μας είπαν «εσείς, κι εσείς, κι εσείς». Ένας κουτσός ανάμεσά σας, δυο παιδιά ανάμεσά σας «όλοι σας θα γίνετε διερμηνείς».
Και η μαμά και η αδελφή πήγανε στο τμήμα της Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ, που Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ σημαίνει γραφείο των SS στο Άουσβιτς, Μέσερ [καταμετρητής] οι οποίοι καταγράφανε συνέχεια τα ονόματα των αφικνουμένων, κι εγώ κι ο μπαμπάς στο κεντρικό στρατόπεδο, κεντρικό στρατόπεδο που είχε στέγη σαν τις στέγες που έχετε εδώ [δείχνει το σπιτάκι του έργου μου στη φωτογραφία του από πίσω].
Δεν μας έπιανε η βροχή και αυτό μας έσωσε, μας έσωσε ένας κουτσός που δεν είχε δικαίωμα να ζήσει, δυο παιδιά που δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουνε, διότι μας κάναν διερμηνείς, γι’ αυτό η γλώσσα ήταν κάτι το θαυματουργό. Γι’ αυτό σωθήκαμε.
Μετά, όλα τα άλλα στρατόπεδα τα περάσαμε, όχι άνετα, αλλά καταλαβαίναμε «κάντε αυτό», σιωπούσαμε, δεν μιλούσαμε, ακούγαμε, τι με θέλει; Το «εσείς είστε διερμηνείς» που μας δώσαν εκείνη τη στιγμή το χαρακτηρισμό στο Άουσβιτς, μας έσωσε. Γιατί; Διότι μας φέρανε κάθε βράδυ εις όλες τις αποστολές τις δεκαεννιά που πήγανε στο Άουσβιτς από την Ελλάδα [από τη Θεσσαλονίκη].
Ήμασταν πάντα στο σταθμό και κάναμε τον διερμηνέα και λέγαμε σ’ αυτούς που ερχόντανε «μη φωνάζετε, μην κάνετε, θα σας ξυλοκοπήσουν, θα σας κάνουνε, ακούτε τι σας λένε» και δυστυχώς τους λέγαμε τι πρέπει να κάνουν.
«Μη μιλάτε» και σαν το διάβολο πήγαν όλοι στα κρεματόρια. Και τη μαμά και την αδελφή τις βάλαν στην Πολίτισε Αμπτάιλουνγκ που ήτανε γραφείο με στέγη. Όταν δουλεύεις σε γραφείο με στέγη σώνεσαι. Σε μια χώρα που έχει ένα κλίμα δυνατό και κρύο σώνεσαι, είκοσι βαθμούς κάτω από το μηδέν είχε η Πολωνία τότε, γι’ αυτό σώθηκε ο μπαμπάς κι εγώ, διότι μπήκαμε και πέσαμε κάπως ελαφρά.
Μετά αρχίσανε τα παιδέματα, αλλά εν τω μεταξύ παίρναμε και ψωμί κάθε φορά, και στις δεκαεννιά αποστολές. Όταν ερχόντανε ήμασταν εκεί, αδειάζανε, φεύγανε όσοι ήταν να φύγουν για τα κρεματόρια. Και κατεβάζανε απ’ τα βαγόνια, καθαρίζανε, το κομάντο των βαγονιών, υπήρχε ένα κομάντο που βρισκότανε, τα μάζευε και τα ‘βγαζε έξω. Ανάμεσα εκεί ήταν ψωμιά, καρβέλια όλα, χώναμε ψίχες εδώ μέσα στις τσέπες, χουφτώναμε στο στόμα, τρώγαμε, τρώγαμε, τρώγαμε και σωθήκαμε. Λοιπόν ήταν ένα -το χαρακτηρίζω εγώ- θαύμα ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου