Η δίχως έγκριση από το Κογκρέσο και χωρίς να προηγηθεί προετοιμασία του κοινού, απόφαση του Τραμπ να επιτεθεί μαζί με το Ισραήλ στο Ιράν, έχει μια ακόμη σοβαρή συνέπεια στη σημερινή πολιτικά διαιρεμένη Αμερική: Τη γιγάντωση της διαχρονικής δυσπιστίας που τρέφουν οι Αμερικανοί προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Το φαινόμενο που έχει απασχολήσει ερευνητές και ακαδημαϊκούς έχει τις απαρχές του στη δεκαετία του 1960 με βασική συνισταμένη της γενεσιουργού αιτίας του την εμπλοκή των ΗΠΑ σε στρατιωτικές επεμβάσεις και πολέμους σε περιοχές του κόσμου όπου οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν είναι «συμβατές» με τα αμερικανικά συμφέροντα, είτε αυτά είναι οικονομικά, είτε ασφαλείας. Η εμπιστοσύνη των Αμερικανών πολιτών στην κυβέρνησή τους βρίσκεται σε σταθερή πτώση για περισσότερο από μισό αιώνα, μια τάση που οι μελετητές και ιστορικοί δυσκολεύονται να εξηγήσουν πλήρως. Η διάβρωση δεν εξηγείται από μία και μόνο αιτία, πρόκειται για έναν συνδυασμό παραγόντων. Ωστόσο ένας είναι εκείνος που ξεχωρίζει για τον σταθερό αντίκτυπό του: Ο τρόπος με τον οποίο οι Αμερικανοί πρόεδροι ενέπλεξαν τη χώρα σε πολέμους συχνά με περιορισμένη διαφάνεια, αμφισβητούμενες δικαιολογίες και, κατά καιρούς, αμφισβητήσιμη ειλικρίνεια.
Οι ρίζες αυτής της δυσπιστίας μπορούν να εντοπιστούν με μεγαλύτερη σαφήνεια σε μια περίοδο που στιγμάτισε την αμερικανική ιστορία: Τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Τα γεγονότα της 11ετούς αμερικανικής πολεμικής εμπλοκής στην Ινδοκίνα αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής στη σχέση μεταξύ των πολιτών και της κυβέρνησης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η εμπιστοσύνη στους ομοσπονδιακούς θεσμούς ήταν αξιοσημείωτα υψηλή. Η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών πίστευε πως οι ηγέτες τους ενεργούσαν προς το συμφέρον της χώρας και του λαού. Αυτή η εμπιστοσύνη κλονίστηκε, ανεπανόρθωτα όπως έδειξε η μετέπειτα ιστορία, ακριβώς εκείνη την εποχή.
Καθώς ο πόλεμος στο Βιετνάμ συνεχιζόταν και κλιμακώνονταν επιβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος στις αμερικανικές δυνάμεις, έρχονταν στην επιφάνεια το χάσμα μεταξύ των επίσημων δηλώσεων και της πραγματικότητας. Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης, κυρίως εκείνης του προέδρου Λίντον Τζόνσον, σκιαγραφούσαν μια αισιόδοξη εικόνα της πορείας της σύγκρουσης ακόμη και όταν οι εσωτερικές αξιολογήσεις υποδήλωναν το αντίθετο. Όταν αυτές οι αντιφάσεις είδαν το φως της δημοσιότητας το 1971 μέσα από απόρρητες εκθέσεις του Πενταγώνου -τα λεγόμενα Pentagon Papers- που διέρρευσαν στον Τύπο, την Washington Post και τους New York Times, πολλοί Αμερικανοί ένιωσαν όχι απλά παραπλανημένοι αλλά ουσιαστικά εξαπατημένοι και προδομένοι.
«Κενό αξιοπιστίας»
Οι συνταρακτικές αποκαλύψεις για τον πόλεμο στο Βιετνάμ διαμόρφωσαν μια κατάσταση που έγινε γνωστή ως «κενό αξιοπιστίας», ένας όρος που υποδήλωνε κάτι περισσότερο από την απλή αντίθεση του κοινού προς τις κυβερνητικές πολιτικές. Αντανακλούσε ένα βαθύτερο ρήγμα: Την αίσθηση ότι οι εκλεγμένοι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ήταν πρόθυμοι να διαστρεβλώσουν την αλήθεια όταν αυτή αφορούσε θέματα πολέμου και ειρήνης. Οι συνέπειες ήταν βαθιές και η εμπιστοσύνη προς την κυβερνητική εξουσία δεν μειώθηκε απλά. Κατέρρευσε και δεν επέστρεψε ποτέ στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τη δεκαετία του 1960.
Η ζημιά επιδεινώθηκε τη δεκαετία του 1970 από πολιτικά σκάνδαλα, κυρίως εκείνο του Watergate, που καλλιέργησαν την αίσθηση ότι η ανεντιμότητα και η κατάχρηση εξουσίας στα υψηλότερα κλιμάκια της κυβερνητικής εξουσίας «πάνε πακέτο». Αθροιστικά, το Βιετνάμ και το Watergate αναδιαμόρφωσαν τις αντιλήψεις του αμερικανικού κοινού για το ρόλο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Άρχισαν να την αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό, με λιγότερο σεβασμό, τείνοντας να αμφισβητούν όλο και περισσότερο τις επίσημες αφηγήσεις, ειδικά όταν σε αυτές εμπλέκονταν στρατιωτική δράση.
Οι επόμενοι πόλεμοι που συμμετείχαν οι ΗΠΑ κάθε άλλο παρά συνεισέφεραν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Αντίθετα, ενίσχυσαν το αίσθημα αμφιβολίας και καχυποψίας της κοινής γνώμης. Το στρώσιμο του εδάφους από τον πρόεδρο Μπους για την εισβολή στο Ιράκ το 2003, για παράδειγμα, αναζωπύρωσε τη διάχυτη αμφιβολία για την αξιοπιστία των κυβερνητικών ισχυρισμών, ιδίως σ’ ότι είχε να κάνει με τα υποτιθέμενα «όπλα μαζικής καταστροφής» που δήθεν κατείχε το καθεστώς του Σαντάμ. Ενώ το πλαίσιο διέφερε από εκείνο του Βιετνάμ, η υποκείμενη δυναμική ήταν εντυπωσιακά παρόμοια: Τα ενοχοποιητικά στοιχεία παρουσιάστηκαν στην κοινή γνώμη και τους διεθνείς οργανισμούς με απόλυτη βεβαιότητα η οποία βέβαια αποδείχθηκε αργότερα αδικαιολόγητη. Τα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Σαντάμ δεν βρέθηκαν ποτέ. Για πολλούς Αμερικανούς, αυτή δεν ήταν μια μεμονωμένη αποτυχία, ήταν τμήμα ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου.
Ακόμα και όταν η δημόσια υποστήριξη για στρατιωτική δράση έτεινε προς αύξηση -όπως συνέβη μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου- η τάση αποδείχθηκε βραχύβια. Καθώς οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ παρατάθηκαν και τα αποτελέσματά τους φάνταζαν όλο και πιο αβέβαια και πιο ανούσια, ο σκεπτικισμός επανεμφανίστηκε. Το σωρευτικό αποτέλεσμα ήταν μια διαρκής επιφυλακτικότητα απέναντι στις επίσημες κυβερνητικές δικαιολογίες για στρατιωτική εμπλοκή, ανεξάρτητα από την κυβέρνηση που βρισκόταν στην εξουσία.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση για την απόφαση του Τραμπ να πάει σε πόλεμο με το Ιράν χωρίς τη ρητή έγκριση του Κογκρέσου έχουν εντείνει περαιτέρω τον σκεπτικισμό και την δυσπιστία απέναντι στις κυβερνητικές ενέργειες. Οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι αντικατοπτρίζουν μια διεύρυνση της εκτελεστικής εξουσίας η οποία κινείται πλέον στην περιοχή αυτού που αποκαλείται «αυτοκρατορική προεδρία». Με άλλα λόγια η προεδρική εξουσία περιλαμβάνει τώρα και σημαντική στρατιωτική εξουσία η οποία ασκείται μάλιστα υπό περιορισμένο δημόσιο έλεγχο ή νομοθετική εποπτεία. Και μόνο ως εντύπωση αυτό, δηλαδή μιας κυβέρνησης που λειτουργεί εκτός ουσιαστικού ελέγχου, είναι αρκετό για να ενισχύσει περαιτέρω και εκθετικά την δυσπιστία και την αμφιβολία.
Όταν αποφάσεις τέτοιας βαρύτητας, όπως ένας πόλεμος, παρακάμπτουν τις καθιερωμένες δημοκρατικές διαδικασίες κινδυνεύουν να ενισχύσουν την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ουσιαστικά ανεξέλεγκτα.
Το ιστορικό αυτού του πολύ αμερικανικού φαινομένου υποδηλώνει ότι η απόφαση για προσφυγή σε στρατιωτική δράση από την κυβέρνηση παραμένει ένας πολύ ισχυρός παράγοντας δυσπιστίας προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι αποφάσεις για στρατιωτική δράση φέρουν ηθικό βάρος και συνεπάγονται ανθρώπινες συνέπειες, τόσο για τους άμεσα εμπλεκόμενους όσο και για τη χώρα στο σύνολό της. Όταν η λογική για τέτοιες αποφάσεις φαίνεται ασαφής, ασυνεπής ή παραπλανητική, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης είναι ιδιαίτερα σοβαρός. Σε αντίθεση με τις εσωτερικές πολιτικές διαμάχες, οι οποίες μπορούν να επανεξεταστούν ή να αναθεωρηθούν, το κόστος του πολέμου -ανθρώπινες ζωές, καταστροφές, οικονομική κρίση- είναι συχνά μη αναστρέψιμο.
Το χάσμα μεγαλώνει
Σήμερα, οι δημοσκοπικές έρευνες δείχνουν σταθερά ότι μια περιορισμένη μειοψηφία Αμερικανών είναι εκείνη που εμπιστεύεται την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Αυτή η πραγματικότητα αντικατοπτρίζει δεκαετίες συσσωρευμένης δυσπιστίας κι όχι μια μόνο στιγμή απογοήτευσης. Ο πόλεμος στο Βιετνάμ μπορεί να ήταν ο καταλύτης που πυροδότησε το φαινόμενο αλλά όσοι τον ακολούθησαν το διατήρησαν και το επιδείνωσαν.
«Αυτές οι πέντε δεκαετίες ψευδών ισχυρισμών και πολεμικής χειραγώγησης έχουν αφήσει το έθνος δύσπιστο και σκεπτικό απέναντι σε σχεδόν οτιδήποτε πράττει η κυβέρνηση του», γράφει χαρακτηριστικά στο Foreign Policy ο Τζούλιζαν Ζέλιζερ, καθηγητής Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον. «Οι Ρεπουμπλικάνοι συχνά βρίσκονται σε καλύτερη θέση για να διαχειριστούν αυτή τη δημόσια κουλτούρα αμφιβολίας καθώς η ατζέντα τους επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στον περιορισμό του ρόλου της κυβέρνησης. Οι Δημοκρατικοί, αντίθετα, έχουν επωμιστεί μεγάλο μέρος του βάρους αυτής της ιστορίας, επειδή το κόμμα τους συνεχίζει να υποστηρίζει έναν ισχυρό κυβερνητικό ρόλο σε μια χώρα όπου η δυσπιστία προς την κυβέρνηση είναι εξαιρετικά βαθιά».
«Ο πόλεμος στο Ιράν πιθανότατα θα χειροτερέψει τα πράγματα», υπογραμμίζει ο Ζέλιζερ. «Το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν ζήτησε ποτέ την υποστήριξη του Κογκρέσου έχει δημιουργήσει μια κατάσταση υπό την οποία οι Αμερικανοί έχουν ελάχιστη κατανόηση του γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν αυτές τις επικίνδυνες επιθέσεις. Τα μεταβαλλόμενα επιχειρήματα και οι αντιφατικοί ισχυρισμοί κυβερνητικών αξιωματούχων συμπεριλαμβανομένων των διαψευσθέντων ισχυρισμών πως το Ιράν διέθετε πυραύλους ικανούς να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν κάνει ελάχιστα για να ενισχύσουν τη δημόσια υποστήριξη προς τον πόλεμο, ακόμη και κατά τις πρώτες ημέρες της επιχείρησης, μια περίοδο που η κοινή γνώμη ιστορικά συσπειρώνεται γύρω από τη σημαία».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου