
Σημεία της ομιλίας του Βουλευτή Αρκαδίας και Τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ, Γ. Παπαηλιού, κατά τη συζήτησή της Συνταγματικής Αναθεώρησης στην Ολομέλεια:
1. Το Σύνταγμα ως ιστορικό, δημοκρατικό και κοινωνικό κεκτημένο
Η συνταγματική ιστορία του ελληνικού λαού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους αγώνες του για Ελευθερία, Εθνική Ανεξαρτησία, Δημοκρατία, Κοινωνική Δικαιοσύνη και την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Τα ελληνικά Συντάγματα δεν υπήρξαν ποτέ απλές νομικές κατασκευές. Αποτέλεσαν τη συμπύκνωση ιστορικών εμπειριών, κοινωνικών συγκρούσεων, πολιτικών διεκδικήσεων, δημοκρατικών συμβιβασμών, ακόμη και οπισθοδρομήσεων.
Σ΄ αυτά αποτυπώνονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια, εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωή και αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.
Το ισχύον Σύνταγμα, όπως διαμορφώθηκε μετά τη Μεταπολίτευση και τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις του, αποτελεί το θεσμικό θεμέλιο της δημοκρατικής μαςπολιτείας.
Η λειτουργία του πολιτεύματος θεμελιώνεται «στο όνομα του ελληνικού λαού». Αναγνωρίζεται, ότι κάθε μορφή δημόσιας εξουσίας αντλεί τη νομιμοποίησή της από τη λαϊκή κυριαρχία και οφείλει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, την ελευθερία, την ισότητα και τα δικαιώματα των πολιτών.
Το Σύνταγμα δεν είναι, ούτε ένας κοινός νόμος, ούτε ένα ουδέτερο τεχνικό κείμενο οργάνωσης της κρατικής εξουσίας. Είναι ο θεμελιώδης κανόνας της πολιτειακής οργάνωσης. Μέσω αυτού καθορίζονται τα όρια της εξουσίας, κατοχυρώνονται οι ατομικές και συλλογικές ελευθερίες, προστατεύονται οι πολίτες από την αυθαιρεσία της κρατικής δράσης και προσδιορίζεται ο χαρακτήρας του κράτους ως δημοκρατικού, δικαιοκρατικού και κοινωνικού.
Ακριβώς γι’ αυτό, κάθε συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια ουδέτερη-τεχνική επεξεργασία τροποποίησης επιμέρους-μεμονωμένων διατάξεων.
Αποτελεί την κορυφαία θεσμική διαδικασία, μέσω της οποίας επανεξετάζονται οι βασικές αρχές που διέπουν την πολιτική και κοινωνική οργάνωση της πολιτείας. Αποτελεί την κορυφαία πολιτική πράξη, μέσω της οποίας (επανα)προσδιορίζεται η σχέση κοινωνίας-πολιτών, κράτους και οικονομίας.
Αποτελεί μία στιγμή συλλογικού δημοκρατικού αναστοχασμού για το ποιά Δημοκρατία θέλουμε, ποιά σχέση κράτους και πολίτη επιδιώκουμε και ποιά δικαιώματα θεωρούμε αδιαπραγμάτευτα.
Κατά συνέπεια, το Σύνταγμα, δεν ανήκει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ανήκει στην κοινωνία-στη δημοκρατική κοινότητα συνολικά και στις επόμενες γενιές-στους επερχόμενους.
Η αυξημένη τυπική ισχύς του και η ειδική διαδικασία αναθεώρησής του δεν αποτελούν τυπικές νομικές ιδιαιτερότητες. Αποτελούν εγγυήσεις, ώστε οι θεμελιώδεις κανόνες της πολιτείας να μην επιβάλλονται από τις ανάγκες της πρόσκαιρης πολιτικής συγκυρίας.
2. Η συνταγματική αναθεώρηση και η ανάγκη ευρύτερων συναινέσεων
Σε αυτό το πλαίσιο (η αναθεώρηση του Συντάγματος) είναι αναγκαίο να συγκεντρώνει ευρείες συναινέσεις.
Αυτό προβλέπεται στο άρθρο 110, όπου αποτυπώνεται η βούληση του συντακτικού νομοθέτη να προστατεύσει τη σταθερότητα της συνταγματικής τάξης.
Η αναθεωρητική εξουσία δεν ταυτίζεται με τη συνήθη νομοθετική εξουσία. Δεν αποτελεί δικαίωμα της της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να τροποποιεί το Σύνταγμα, βάσει των πολιτικών προτεραιοτήτων της, και μάλιστα της συγκυρίας.
Η αναθεώρηση προϋποθέτει ωριμότητα, θεσμική ευθύνη και ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις. Η ανάγκη αυτή δεν προκύπτει μόνον από την ειδική διαδικασία του άρθρου 110, αλλά κυρίως από τη φύση του ίδιου του Συντάγματος. Οι συνταγματικές διατάξεις πρέπει να εκφράζουν τις σταθερές και διαρκείς αξίες της κοινωνίας και όχι τις απόψεις που συνδέονται με τον πρόσκαιρο συσχετισμό δυνάμεων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.
Μία ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση απαιτεί προηγουμένως έναν ανοιχτό και ειλικρινή δημόσιο διάλογο. Απαιτεί συμμετοχή της επιστημονικής κοινότητας, των κοινωνικών φορέων και βέβαια όλων των πολιτικών δυνάμεων. Απαιτεί, πάνω απ’ όλα, την αναζήτηση εκείνων των συγκλίσεων που μπορούν να υπερβούν τα όρια μιάς κυβερνητικής θητείας.
Όταν η αναθεωρητική διαδικασία διεξάγεται χωρίς επαρκή προετοιμασία, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση και υπό την πίεση ασφυκτικά στενών πολιτικών χρονοδιαγραμμάτων, υπάρχει ο κίνδυνος, η κορυφαία αυτή θεσμική λειτουργία να μετατραπεί από διαδικασία δημοκρατικής εμβάθυνσης σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.
Στην παρούσα συγκυρία, οι προϋποθέσεις αυτές δεν διασφαλίζονται. Η επιλογή της κυβέρνησης να προωθήσει την υπόθεση της συνταγματικής αναθεώρησης, με διαδικασίες κατεπείγοντος, χωρίς να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος και αναζήτηση συναινέσεων, προκαλεί εύλογους προβληματισμούς για τον πραγματικό προσανατολισμό της πρωτοβουλίας.
Όλα γίνονται στο βωμό της επικοινωνίας, για μικροπολιτικούς και προεκλογικούς λόγους, που η ΝΔ θεωρεί ότι θα εξυπηρετηθούν.
Γι΄ αυτό και το κενό ενημέρωσης και η αδιαφορία των πολιτών, αφού μάλιστα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν υποβαθμίσει τη σχετική διαδικασία, απαξιώνοντάς την.
3. Η αναθεωρητική διαδικασία δεν μπορεί να εργαλειοποιείται για συγκυριακές πολιτικές επιδιώξεις
Η συνταγματική αναθεώρηση αποκτά πραγματικό νόημα όταν ανταποκρίνεται σε βαθύτερες κοινωνικές ανάγκες και σε ώριμες θεσμικές απαιτήσεις. Αντίθετα, όταν χρησιμοποιείται ως μέσον πολιτικής επικοινωνίας ή ως εργαλείο ενίσχυσης των κυβερνητικών προτεραιοτήτων και επιλογών απομακρύνεται από το θεσμικό χαρακτήρα της, με τρόπο που υπονομεύεται η ίδια η αξία της συνταγματικής διαδικασίας.
Το Σύνταγμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο αποτύπωσης της κυριαρχίας μιας πρόσκαιρης πολιτικής πλειοψηφίας. Η αναθεώρηση δεν αποτελεί ευκαιρία για τη συνταγματική κατοχύρωση μιας συγκεκριμένης κυβερνητικής αντίληψης για το κράτος, την οικονομία και την κοινωνία. Αποτελεί διαδικασία αναζήτησης ενός δημοκρατικού συμβολαίου, το οποίο πρέπει να έχει διάρκεια και να γίνεται αποδεκτό από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις.
Η αναθεωρητική πρωτοβουλία της κυβέρνησης προκαλεί σοβαρούς προβληματισμούς ακριβώς ως προς αυτό το σημείο. Αντί να αποτελέσει την αφετηρία μιας μεγάλης δημοκρατικής συζήτησης για το μέλλον των θεσμών, εμφανίζεται να εντάσσεται σε μια περιορισμένη πολιτική στρατηγική, με έντονα στοιχεία επικοινωνιακής διαχείρισης.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια την ιδέα της αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αναθεώρησή του είναι μια αναγκαία και ζωντανή διαδικασία σε κάθε δημοκρατική πολιτεία. Το πρόβλημα βρίσκεται στο περιεχόμενο, στη διαδικασία και στον πολιτικό προσανατολισμό που επιλέγεται .
Μια ουσιαστική αναθεώρηση θα όφειλε να απαντήσει στα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία: την ενίσχυση της δημοκρατικής συμμετοχής, τη διεύρυνση της λογοδοσίας, την προστασία της κοινωνικής συνοχής, την άρση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, την ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας των θεσμών ελέγχου, τη θωράκιση των δικαιωμάτων και την προσαρμογή του κράτους στις νέες κοινωνικές προκλήσεις, κυρίως στην επέλαση της τεχνολογίας.
Αντί γι’ αυτό, η κυβερνητική πρόταση οδηγεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση, στη συνταγματική ενίσχυση μιας αντίληψης που αντιλαμβάνεται το κράτος όχι, ως θεσμό κοινωνικής ευθύνης, αλλά ως μηχανισμό διοίκησης, που υποβαθμίζει τη σημασία των δημοκρατικών αντίβαρων και που αντιμετωπίζει τη σχέση του με την κοινωνία ανισομερώς.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, επιχειρείται από την κυβέρνηση «να συνταγματοποιηθεί» ένα αυταρχικό και νεοφιλελεύθερο κράτος.
Όλα τα υπόλοιπα είναι επικοινωνία.
Η συνταγματική ιστορία της χώρας, μας διδάσκει ότι οι μεγάλες δημοκρατικές τομές δεν προέκυψαν από την επιβολή της αριθμητικής δύναμης μιας πλειοψηφίας, αλλά από την αναζήτηση ευρύτερων συγκλίσεων. Το Σύνταγμα της Μεταπολίτευσης, παρά τις αδυναμίες και τις επιμέρους ανάγκες εκσυγχρονισμού του, αποτέλεσε έκφραση μιας βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής απαίτησης, της οριστικής κατοχύρωσης της δημοκρατίας, της προστασίας των ελευθεριών και της αποτροπής επιστροφής στον αυταρχισμό και σε αυταρχικές πρακτικές.
4. Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και η ανάγκη περισσότερης δημοκρατίας
Κάθε αναθεωρητική πρωτοβουλία οφείλει να αντιμετωπίζει αυτό το ιστορικό κεκτημένο με σεβασμό και όχι ως εμπόδιο που πρέπει να ανατραπεί.
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση διεξάγεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει, εκτός της οικονομικής, και μια βαθιά θεσμική κρίση, μία κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Η κρίση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα μόνον οικονομικών ή κοινωνικών προβλημάτων. Συνδέεται με τον τρόπο λειτουργίας του κράτους, με την αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου, με την αίσθηση ή μάλλον την πεποίθηση των πολιτών ότι οι θεσμοί δεν λειτουργούν με διαφάνεια, ώστε να διασφαλίζεται η ισονομία και η απόδοση ευθυνών προς τους οικονομικά και πολιτικά ισχυρούς.
Αυτή η θεσμική κρίση έχει προκληθεί από την ίδια την κυβέρνηση της ΝΔ, με τις συνεχόμενες παραβιάσεις του ισχύοντος Συντάγματος και την εμπλοκή της σε υποθέσεις-σκάνδαλα που έχουν απαξιώσει-καταρρακώσει τους θεσμούς και το δημόσιο χώρο (το κράτος δικαίου, τη δικαιοσύνη, το κοινοβούλιο κ.α.).
Η επιχείρηση συγκάλυψης αυτών (των υποθέσεων-σκανδάλων) αποτελεί στοιχείο της κυβερνητικής «διερεύνησής» τους σε όλα τα επίπεδα, κοινοβουλευτικό με την κυβερνητική πλειοψηφία που «όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει» και δικαστικό, με τη συνέργεια της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
Και βέβαια αυτή η θεσμική κρίση συνοδεύεται από την κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι των θεσμών, η οποία δεν μπορεί να απαντηθεί με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας, αλλά με περισσότερη λογοδοσία, περισσότερη συμμετοχή των πολιτών, περισσότερη ανεξαρτησία και ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών, δηλαδή με περισσότερη δημοκρατία.
Περισσότερη δημοκρατία σημαίνει ισχυρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο, διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων, ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις, πραγματική ανεξαρτησία των ελεγκτικών αρχών, ανεξαρτησία και αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης και διαφάνεια στη λήψη των αποφάσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κράτος δικαίου δεν αποτελεί μία αφηρημένη νομική έννοια, αλλά καθημερινό βίωμα του πολίτη, το οποίο εκφράζεται μέσω της πεποίθησης ότι υπάρχει ισονομία για όλους, ότι η εξουσία ελέγχεται, ότι η αυθαιρεσία δεν γίνεται αποδεκτή και ότι οι θεσμοί λειτουργούν ανεξάρτητα από πολιτικές σκοπιμότητες.
Επί της διακυβέρνησης της ΝΔ η βιωμένη εμπειρία των πολιτών δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Εν κατακλείδι, η σημερινή συγκυρία καθιστά ακόμη πιο αναγκαία μία διαφορετική αντίληψη για τη συνταγματική αναθεώρηση. Το ζητούμενο δεν είναι να αναζητηθούν νέες διατάξεις που να διευκολύνουν την άσκηση της εξουσίας. Το ζητούμενο είναι να ενισχυθούν οι εγγυήσεις που προστατεύουν την κοινωνία από την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Μια προοδευτική συνταγματική αντίληψη δεν αντιλαμβάνεται το Σύνταγμα ως μηχανισμό περιορισμού ή μάλλον αποκλεισμού της κοινωνίας, των κοινωνικών αναζητήσεων, διεκδικήσεων και αγώνων αλλά ως πλαίσιο ελευθερίας, δικαιοσύνης και δημοκρατικής συμμετοχής.
Δεδομένης της αποδεδειγμένα πλήρους αναξιοπιστίας της ΝΔ, ακόμη και για ελάσσονος σημασίας ρυθμίσεις στις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει συναίνεση, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν πρόκειται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και σε οποιαδήποτε περίπτωση να στηρίξει τις κυβερνητικές επιδιώξεις.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου