![]() |
| Συνεχής αναταραχή στις αγορές. |
Το βράδυ της Τετάρτης, στο διάγγελμά του προς του Αμερικανούς -και τον κόσμο- ο Ντόναλντ Τραμπ στάθηκε κάτω από τους πολυελαίους του Λευκού Οίκου κι έκανε κάτι που δεν είχε κάνει έως τώρα σε αυτόν τον πόλεμο: προσπάθησε να τον εξηγήσει. Παρουσίασε το πιο συνεκτικό επιχείρημά του για να δικαιολογήσει το απροκάλυπτο χτύπημα κατά του Ιράν. Επικαλέστηκε τον πυρηνικό κίνδυνο, την απειλή που -κατά τον ίδιο- αντιπροσωπεύει η Τεχεράνη για την περιφερειακή σταθερότητα και βέβαια την «ηθική επιταγή» της αντιμετώπισης ενός καθεστώτος το οποίο χαρακτήρισε ως «ανεπανόρθωτα εχθρικό».
Αλλά αν στην ομιλία του προσπάθησε να διευκρινίσει το γιατί άρχισε τον πόλεμο, είπε ελάχιστα για το πώς θα μπορούσε να τον τελειώσει. Αυτή η «παράλειψη» είναι τώρα που τραβάει όλη την προσοχή· ίσως περισσότερο κι από τον ίδιο τον πόλεμο. Το κεντρικό ερώτημα, καθώς ο Πρόεδρος επιμένει πως το ιρανικό καθεστώς έχει αποδυναμωθεί, δεν είναι αν οι ΗΠΑ μπορούν να υποβαθμίσουν περαιτέρω τις δυνατότητές του· είναι η συνέχεια.
Πώς θα είναι η επόμενη μέρα σε μια σύγκρουση που η αλλαγή καθεστώτος έχει αναγγελθεί αλλά δεν έχει επιτευχθεί, η στρατιωτική υποδομή έχει πληγεί αλλά δεν έχει εξαλειφθεί, η πυρηνική αποτροπή έχει δρομολογηθεί αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί; Με αναπάντητα τα παραπάνω ερωτήματα, το γενικότερο -ποιος πληρώνει;-, καθώς η παγκόσμια οικονομία έχει αρχίσει να κλυδωνίζεται σοβαρά, αναζητεί όχι μόνο απάντηση αλλά και παραλήπτη.
Οι απαντήσεις, λένε οι αναλυτές, βρίσκονται σε μια αχνή «σύντμηση» στρατιωτικής εξάντλησης, πολιτικού αυτοσχεδιασμού και οικονομικής πίεσης. Οποιαδήποτε διευθέτηση ακολουθήσει δεν θα παραπέμπει σε μια νίκη με την παραδοσιακή έννοια. Θα είναι ένας «αυτοσχεδιασμός» επιχειρησιακών πεπραγμένων και επικοινωνιακής αφήγησης· θα είναι λιγότερο μια ειρήνη και περισσότερο μια παύση σε μια ατελέσφορη σύγκρουση που όμως έχει ήδη μεταβάλει την περιφερειακή τάξη στη Μέση Ανατολή και έχει διαταράξει την παγκόσμια τάξη.
Το ημιτελές… τέλος
Η ρητορική Τραμπ επιμένει να παλινδρομεί μεταξύ διακηρύξεων θριάμβου και απειλών εκφοβισμού. Υποστηρίζει ότι η ηγεσία του Ιράν είναι «αποδεκατισμένη» αλλά προειδοποιεί για περαιτέρω κλιμάκωση, για επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, εγκαταστάσεις πετρελαίου, πολιτικές υποδομές στρατηγικής σημασίας. Αυτή η «δυαδικότητα» δεν εντάσσεται σε κάποια συγκροτημένη στρατηγική· είναι ένα οικείο μοτίβο πολιτικής «περφόρμανς» όπου μαξιμαλιστικές απαιτήσεις σε συνδυασμό με παρατεινόμενες προθεσμίες εξυπηρετούν έναν ατέρμονο κύκλο ασαφών διαπραγματεύσεων.
Η απουσία ενός ξεκάθαρου αντικειμενικού σκοπού υποδηλώνει απουσία στρατηγικής. Οι πόλεμοι χωρίς σαφείς στόχους και όρους τερματισμού τείνουν να εκτρέπονται. Η εκτροπή, σε αυτήν την περίπτωση, είναι επικίνδυνη. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ από το Ιράν έχει ήδη μετατρέψει τη σύγκρουση σε παγκόσμια οικονομική κρίση, ωθώντας τις αγορές ενέργειας σε αστάθεια και επαναφέροντας στον ορίζοντα το φάσμα της παγκόσμιας ύφεσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να διαθέτουν συντριπτική στρατιωτική υπεροχή αλλά είναι αδύνατον να επιβάλουν την οποιαδήποτε επιθυμητή γι’ αυτές σταθερή έκβαση, μόνο μέσω της βίας. Μια διευθέτηση, όσο προσωρινή κι αν είναι, είναι αναπόφευκτη. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Είναι το ότι ο οποιοσδήποτε διακανονισμός θα απαιτήσει ένα πολιτικό πλαίσιο συνεννόησης, που όμως για να υπάρξει θα πρέπει να εξασφαλιστεί το μίνιμουμ επίπεδο εμπιστοσύνης. Όπως είναι τα πράγματα τώρα, καμία πλευρά δεν τρέφει την παραμικρή εμπιστοσύνη στην άλλη και καμιά δεν μπορεί να επιβάλει πλήρως τους όρους της στην άλλη.
Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης
Ακόμη και μία υπό όρους συμφωνία έρχεται αντιμέτωπη με το καίριο εμπόδιο της σχεδόν ολοκληρωτικής κατάρρευσης της εμπιστοσύνης, ειδικά μετά τις διαπραγματεύσεις με τον Γουίτκοφ στη Βιέννη, για τις οποίες η Τεχεράνη λέει πως όδευαν προς αίσια έκβαση όταν ο Τραμπ αποφάσισε αιφνιδίως να εξαπολύσει επίθεση.
Υπό την οπτική γωνία της Τεχεράνης, η αμερικανική διπλωματία δεν μπορεί να διακριθεί από την αμερικανική επιθετικότητα. Οι όποιες διαπραγματεύσεις -οι τρέχουσες αλλά και οι προηγούμενες- διεξάγονταν παράλληλα με συσσώρευση δυνάμεων στη Μεσόγειο, με τελεσίγραφα, με προθεσμίες, με σαφείς απειλές βίας. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν ήδη κατηγορήσει την Ουάσιγκτον ότι μιλάει τη γλώσσα του διαλόγου ενώ προετοιμάζεται για χερσαίο πόλεμο.
Υπό το πρίσμα της Ουάσιγκτον, το Ιράν παραμένει ένα σκληρό καθεστώς, αποφασισμένο για όλα. Έχει αναπτύξει εδώ και δεκαετίες δίκτυα πληρεξουσίων του, συνεχίζει να έχει πυρηνικές φιλοδοξίες ενώ αψηφά τους διεθνείς κανόνες· μαζί με αυτούς και την αμερικανική ισχύ. Η ιδέα ότι θα συμμορφωνόταν με οποιαδήποτε συμφωνία χωρίς επιβολή δια της βίας, στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό από την κυβέρνηση Τραμπ.
Επομένως, η αποκατάσταση ακόμη και της στοιχειώδους εμπιστοσύνης θα απαιτήσει μηχανισμούς που παρακάμπτουν εντελώς τη λογική της καλής θέλησης. Η επαλήθευση και όχι η εμπιστοσύνη είναι εκείνη που θα εγγυηθεί την τήρηση των συμφωνηθέντων. Τα κίνητρα θα πρέπει να είναι αναστρέψιμα, υπό όρους και με αυστηρή αλληλουχία. Τα κανάλια επικοινωνίας, άμεσα ή έμμεσα, θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά, ακόμη και σε στιγμές επανόδου της έντασης.
Παραδόξως, η πιο ρεαλιστική οδός προς αυτό το ζητούμενο μπορεί να μην είναι η συμφιλίωση αλλά η αμοιβαία ευαλωτότητα, επισημαίνουν οι αναλυτές. Με απλά λόγια, και οι δύο πλευρές κατανοούν πλέον το κόστος της κλιμάκωσης. Για τη Ουάσιγκτον, η χρήση της στρατιωτικής ισχύος έχει ένα επίπεδο οροφής. Για την Τεχεράνη, η πλήρης απόκρουση των αμερικανικών απαιτήσεων είναι ουτοπική. Αυτή η συνειδητοποίηση των όρων του «παιχνιδιού» μπορεί ενδεχομένως να αποτελέσει τη βάση μιας εύθραυστης ισορροπίας αποκατάστασης της εμπιστοσύνης.
Οι όροι του «συμφωνητικού»
Αλλά πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια διευθέτηση; Πιθανότατα δεν θα είναι μια… «μεγάλη, όμορφη συμφωνία» -κατά την τράμπεια ορολογία- αλλά μια πολυεπίπεδη, σταδιακή «επαναφορά» στο προ του πολέμου στάτους. Θα παραπέμπει σε ανακωχή, παρά σε συνθήκη ειρήνης. Θα περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία: Μια κατάπαυση του πυρός που θα συνδέεται με οικονομικά κίνητρα. Άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ με αντάλλαγμα περιορισμένη άρση των κυρώσεων και παύση των αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων.
Οπωσδήποτε θα περιλαμβάνεται ένα ντιλ για το πυρηνικό πρόγραμμα, η εξάλειψη του οποίου -χωρίς χερσαία επιχείρηση- είναι πρακτικά ανέφικτη. Ο Τραμπ θα μπορούσε να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο, δηλαδή με περιορισμό του εμπλουτισμού ουρανίου και αυστηρή επιτήρηση της διαδικασίας, ενώ το υπάρχον ίσως παραδοθεί σε τρίτη πλευρά ή παραμείνει αδρανές στο εσωτερικό του Ιράν.
Η σιωπηρή αποδοχή της συνέχειας του καθεστώτος θα είναι επίσης ένας από τους όρους του διακανονισμού. Παρά τους ισχυρισμούς του Προέδρου ότι πέτυχε «αλλαγή καθεστώτος», η Ισλαμική Δημοκρατία σχεδόν σίγουρα θα επιβιώσει. Η Ουάσιγκτον μπορεί να εγκαταλείψει ήρεμα τη μαξιμαλιστική ρητορική της υπέρ της αλλαγής συμπεριφοράς από την Τεχεράνη αποσπώντας την δέσμευσή της για περιορισμένο περιφερειακό «αποτύπωμα».
Μεταξύ των όρων κι ένα περιφερειακό πλαίσιο αποκλιμάκωσης, όπου τα κράτη του Περσικού πιθανότατα θα διαδραματίσουν ρόλο «εγγυητή» του διακανονισμού - οικονομικά και διπλωματικά. Σίγουρα μια τέτοια συμφωνία δεν θα γυρίσει σελίδα, θα είναι όμως βαλβίδα εκτόνωσης που θα «λειτουργεί» χάρη στην αμοιβαία εξάντληση και την οικονομική πίεση.
Το «εσωτερικό ζήτημα»
Για ορισμένους αναλυτές όπως ο Αφσόν Οστοβάρ, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στη Σχολή Μεταπτυχιακών Σπουδών του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, η ανθεκτικότητα οποιασδήποτε διευθέτησης θα εξαρτηθεί λιγότερο από την Ουάσιγκτον και περισσότερο από την Τεχεράνη. Ο πόλεμος όχι μόνο έχει υποβαθμίσει τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν αλλά έχει πλήξει και την πολιτική ιεραρχία του, γράφει στο Foreign Affairs.
Ο θάνατος του Αλί Χαμενεΐ δημιούργησε ένα κενό που καμία προσωπικότητα δεν μπορεί να αναπληρώσει. Ο γιός και διάδοχός του, o Μοτζτάμπα, δεν διαθέτει ούτε την πολιτική ισχύ ούτε το δίκτυο των συμμαχιών του πατέρα του. Σε αυτό το κενό, η εξουσία μετατοπίζεται προς τους Φρουρούς της Επανάστασης, τον μόνο μηχανισμό εξουσίας με πραγματική ικανότητα να επιβάλλει την τάξη.
Αυτή η μετατόπιση έχει βαθιές επιπτώσεις. Ένα Ιράν που θα κυριαρχείται από τους «Φρουρούς» είναι πιθανό να είναι πιο σκληρό, πιο καχύποπτο, πιο μιλιταριστικό. Οι «Φρουροί» έχουν ανδρωθεί μέσα από την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την εσωτερική αμφισβήτηση. Γι’ αυτούς, μια μόνιμη κατάσταση έντασης δεν είναι αποτυχία, είναι κατευθυντήρια αρχή.
Ωστόσο, ούτε η κυριαρχία των «Φρουρών» είναι απόλυτη. Ο πόλεμος έχει αποδυναμώσει τις τάξεις τους και έχει αποκαλύψει τα κενά της στρατηγικής τους. Οι μεταρρυθμιστές και πραγματιστές που για καιρό ήταν περιθωριοποιημένοι, ίσως έχουν τώρα μία ευκαιρία. Πρόσωπα εντός του πολιτικού κατεστημένου ενδέχεται να πιέσουν για μια διαφορετική πορεία που θα δίνει προτεραιότητα στην οικονομική ανάκαμψη έναντι της ιδεολογικής αντιπαράθεσης με την Αμερική. Το αποτέλεσμα της εσωτερικής διαμάχης θα διαμορφώσει και το περίγραμμα οποιασδήποτε διευθέτησης. Μια σκληρή γραμμή θα καθιστούσε τη συμφωνία εύθραυστη και προσωρινή. Μια ρεαλιστική μετατόπιση, όσο απίθανη κι αν είναι, θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε πιο βιώσιμες ρυθμίσεις.
Εξάλλου, πέρα από την ελίτ υπάρχει και ο ιρανικός λαός. Χρόνια οικονομικών δυσκολιών, καταστολής και πολέμου έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη του προς το καθεστώς. Αν ενταθεί η κοινωνική αναταραχή, το σύστημα, ανεξάρτητα από τη σύνθεσή του, μπορεί να αναγκαστεί να αναζητήσει σταθερότητα στις σχέσεις του με το εξωτερικό προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο στο εσωτερικό.
Ρώσικη πασιέντζα, κινέζικοι υπολογισμοί και κόστος
Η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας οικονομικός παράγοντας, αλλά ένας κεντρικός άξονας της σύγκρουσης. Διαμορφώνει τα κίνητρα, περιορίζει τις επιλογές, ενισχύει τους κινδύνους

Η ευκολία να ιδωθεί ο πόλεμος στο Ιράν με δυαδικούς όρους -νίκη και ήττα- είναι παραπλανητική. Οι συγκρούσεις της εποχής χαρακτηρίζονται από «σχετικισμό», παράγουν διαβαθμίσεις πλεονεκτήματος, όχι σαφείς νικητές.
Για τις ΗΠΑ, το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη διάρκεια. Ένας σύντομος πόλεμος που θα υποβαθμίσει σημαντικά τις δυνατότητες του Ιράν και θα καταλήξει σε μια διευθέτηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στρατηγική επιτυχία. Όμως, μια παρατεταμένη σύγκρουση, ειδικά όταν διαταράσσει την οικονομία και τις αγορές ενέργειας, έχει δυσβάστακτο κόστος. Οι εσωτερικές διαφωνίες εντείνονται, οι οικονομικές πιέσεις αυξάνονται. Ο κίνδυνος στρατηγικής υπερεπέκτασης διαφαίνεται στον ορίζοντα.
Για το Ιράν, οι απώλειες είναι πιο άμεσες και απτές. Η στρατιωτική υποδομή του έχει υποστεί ζημιές, η ηγεσία του έχει πληγεί, η οικονομία του είναι στο όριο. Ωστόσο, αν το καθεστώς ή το όποιο διάδοχο σχήμα του αντέξει, η Τεχεράνη θα μπορεί πράγματι να ισχυριστεί ότι «κατατρόπωσε» μια υπέρτερη δύναμη.
Για τους άλλους παίκτες «στο βάθος», τα πράγματα είναι πιο μπερδεμένα. Για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ο πόλεμος έχει δύο πρόσωπα. Επιφανειακά, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και η απόσπαση της αμερικανικής προσοχής στη Μέση Ανατολή τού προσφέρουν σαφή πλεονεκτήματα. Αλλά από κάτω κρύβεται μια πιο ανησυχητική πραγματικότητα. Η Ρωσία δεν μπόρεσε να βοηθήσει ουσιαστικά το Ιράν, που εκείνο τη βοήθησε σημαντικά στον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο ρωσικός ρόλος στη Μέση Ανατολή περιορίστηκε σε εκείνον ενός παρατηρητή· όχι ενεργού παράγοντα. Ο πόλεμος αποκαλύπτει επίσης μια βαθύτερη ρωσική ευπάθεια: Αν η Ουάσιγκτον έχει μια έστω περιορισμένη επιτυχία στο Ιράν, η Μόσχα θα φανεί μοιραία υποδεέστερη απέναντί της, ανίκανη να προβάλει την ισχύ της πέρα από την εγγύς περιφέρειά της. Σε κάθε περίπτωση, ένα αμερικανικό τέλμα στο Ιράν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Ρωσίας. Ένα γρήγορο και αποφασιστικό αποτέλεσμα, όχι.
Η θέση της Κίνας είναι ίσως πιο δύσκολη. Ο πόλεμος δεν είναι μια «ευκαιρία» αλλά μια αναστάτωση. Η κύρια ανησυχία του Πεκίνου είναι η σταθερότητα του συστήματος. Η κινεζική οικονομία εξαρτάται από προβλέψιμες εμπορικές ροές, ασφαλή ενεργειακά αποθέματα, από μια λειτουργική παγκόσμια τάξη. Το κλείσιμο του Ορμούζ, έστω και προσωρινά, απειλεί και τα τρία.
Το Πεκίνο δεν θεωρεί την αμερικανική αδυναμία στο Ιράν ως εγγενώς ωφέλιμη. Έτοιμες να καταφύγουν στη βία, οι ΗΠΑ είναι για την Κίνα πιο επικίνδυνες από ποτέ. Ο πόλεμος ενισχύει έναν φόβο που έχει διαμορφώσει εδώ και καιρό την κινεζική στρατηγική: Η συστημική αστάθεια και όχι η γεωπολιτική αντιπαλότητα είναι η μεγαλύτερη απειλή για την άνοδο της Κίνας. Ως αποτέλεσμα, το Πεκίνο είναι πιθανό να παραμείνει στην τρέχουσα τροχιά του, με διπλωματική παρέμβαση, εκκλήσεις για αποκλιμάκωση και σκόπιμη αποφυγή άμεσης εμπλοκής. Θα επιδιώξει να διατηρήσει τις αναγκαίες συνθήκες για την οικονομική ανάπτυξή του, ακόμη και εν μέσω θύελλας.
Ποιος πληρώνει;
Ίσως η πιο άμεση συνέπεια της σύγκρουσης είναι το σοκ στις αγορές ενέργειας. Το Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου διέρχεται σημαντικό μέρος της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, έχει γίνει διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια της Τεχεράνης. Οι ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν το μεγάλο πρόβλημα. Οι αναδυόμενες αγορές, που ήδη δέχονται πιέσεις από τον πληθωρισμό, διατρέχουν τον κίνδυνο εντονότερων οικονομικών σοκ. Ακόμη και οι ΗΠΑ, που διαθέτουν εγχώρια παραγωγή, δεν είναι προστατευμένες από τις διακυμάνσεις των τιμών.
Για το Ιράν, οι ενεργειακές υποδομές αποτελούν τόσο πηγή μόχλευσης όσο και προφανή στόχο. Οι επιθέσεις σε εγκαταστάσεις, όπως το νησί Χαργκ, θα μπορούσαν να παραλύσουν την εξαγωγική ικανότητα της χώρας, στερώντας την από κρίσιμα έσοδα. Αλλά τέτοιες επιθέσεις θα είχαν επίσης παγκόσμιο αντίκτυπο, οδηγώντας τις τιμές υψηλότερα και επιδεινώνοντας την κρίση. Υπό αυτή την έννοια, η ενέργεια δεν είναι απλώς ένας οικονομικός παράγοντας αλλά ένας κεντρικός άξονας της σύγκρουσης.
Ο Τραμπ «μίλησε» την Τετάρτη· όμως δεν είπε τι ακολουθεί. Νίκη ή ειρήνη; Κάτι πιο επισφαλές; Μια διαπραγματευτική παύση που θα τροφοδοτείται από την αμοιβαία εξάντληση, την συνειδητοποίηση του αδιεξόδου, το ενεργειακό σοκ; Στην Τεχεράνη, η εσωτερική διαπάλη εξουσίας πιθανόν να καθορίσει τις επόμενες επιλογές. Στην Ουάσιγκτον, η πολιτική και οικονομική πίεση θα διαμορφώσουν την προθυμία για συνέχιση ή εκτόνωση. Στο Πεκίνο και τη Μόσχα, ο πόλεμος θα μετρηθεί λιγότερο από τα αποτελέσματά του και περισσότερο από τις επιπτώσεις του σε μια παγκόσμια τάξη που ήδη βρίσκεται υπό πίεση· αν όχι υπό διάλυση.
Με άλλα λόγια, το τέλος της «Επικής Οργής» θα μοιάζει περισσότερο με αρχή, παρά με τέλος. Την αρχή μιας νέας φάσης αντιπαλότητας και αντιπαράθεσης, της οποίας η τελική διευθέτηση φαντάζει ήδη τόσο μακρινή όσο ποτέ άλλοτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου