Μπροστά στις δώδεκα ασπρόμαυρες φωτογραφίες οι επισκέπτες στέκονται για ώρα. Τα βλέμματα μένουν καρφωμένα στα πρόσωπα. Κάποιοι σηκώνουν το κινητό για μια φωτογραφία. Λίγο πιο κάτω, πάνω στα λευκά χαλίκια, ανάμεσα σε κόκκινα γαρύφαλλα, βρίσκονται αντίγραφα από τα τελευταία χειρόγραφα σημειώματα των μελλοθάνατων.
Για να τα διαβάσεις πρέπει να σκύψεις. Και ο κόσμος σκύβει.
Στον ειδικό χώρο του 52ου Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή», που είναι αφιερωμένος στους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, επικρατεί το αδιαχώρητο. Σχηματίζονται ουρές. Νέοι και μεγαλύτεροι, γονείς με μικρά παιδιά, περνούν ανάμεσα στους δύο τοίχους όπου είναι γραμμένα τα ονόματα των εκτελεσμένων που έχουν τεκμηριωθεί, σταματούν στις προθήκες, φωτογραφίζουν, διαβάζουν.
Πάνω από την είσοδο δεσπόζει το «200 Αθάνατοι». Στο πλάι, η φράση «Διαβάζοντας την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα».
«Στρατηγέ, ο άνθρωπος έχει ένα ελάττωμα... Ξέρει να σκέφτεται! Με το ΚΚΕ μπροστά, για τον Σοσιαλισμό!», λέει το σύνθημα του 52ου Φεστιβάλ.
Και εδώ αποκτά ξεχωριστό περιεχόμενο: Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Πώς διαμορφώθηκαν ώστε να φτάσουν μέχρι τον τοίχο της Καισαριανής χωρίς να λυγίσουν; Τι έχει να πει η στάση τους σε έναν νέο σήμερα;
Σε μια νέα γενιά που βλέπει τις πολεμικές εστίες να πολλαπλασιάζονται, τους ανταγωνισμούς να οξύνονται και την πολεμική προετοιμασία να δυναμώνει, η συνάντηση με ανθρώπους που έζησαν, αγωνίστηκαν και εκτελέστηκαν μέσα στη φωτιά ενός παγκόσμιου πολέμου δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Στο βάθος, πάνω σε μια κατασκευή που παραπέμπει στον τοίχο του Σκοπευτηρίου, το «200» αποκτά πρόσωπα.
Δώδεκα φωτογραφίες έχουν τοποθετηθεί σε χρονική σειρά. Από τα γενικότερα πλάνα του χώρου και τη μεταφορά των κρατουμένων, ο φακός πλησιάζει στους ίδιους. Σε ένα καρέ βαδίζουν προς τον φακό. Σε άλλα διακρίνονται καθαρά τα πρόσωπά τους. Υστερα βρίσκονται μπροστά στον ψηλό τοίχο, με ένοπλους Γερμανούς γύρω τους.
Οι δύο τελευταίες φωτογραφίες, που δεν είχαν έως τώρα δοθεί στο ευρύ κοινό, δείχνουν το αποτέλεσμα της εκτέλεσης.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η φωτογραφική εικόνα προστέθηκε σε όσα είχαν διασωθεί μέσα από μαρτυρίες, γράμματα, βιβλία, ποιήματα και τραγούδια.
Ο Δημήτρης Κυριακούδης, εγγονός και συνονόματος ενός από τους 200, θυμάται εκείνο το πρωινό του Φλεβάρη που οι φωτογραφίες ήρθαν στη δημοσιότητα σαν «ένα σοκ».
«Υπήρχαν τα ποιήματα, υπήρχε η ταινία, υπήρχαν τα τραγούδια, εκατοντάδες έως χιλιάδες άρθρα, βιβλία, αλλά δεν υπήρχε η αποτύπωση του ιστορικού γεγονότος», μας λέει.
Σήμερα ξεχωρίζει μέσα στα καρέ «αυτούς τους ανθρώπους με το καθαρό βλέμμα, με το αγέρωχο περπάτημα», ενώ γνώριζαν ότι οδηγούνταν στην εκτέλεση.
Και η εικόνα γεννά σχεδόν από μόνη της το επόμενο ερώτημα: Από πού αντλήθηκε αυτή η αντοχή;
Η ζωή τους δεν άρχισε την Πρωτομαγιά του '44.
Οι προθήκες δίνουν μια απάντηση, πηγαίνοντας τον επισκέπτη προς τα πίσω.
Ενα γράμμα από την Ακροναυπλία. Μια χειροποίητη κάρτα από τα χρόνια της φυλακής. Το ρολόι και η ταυτότητα του Βαλάση Βαλασόπουλου. Γράμματα του Ναπολέοντα Σουκατζίδη προς τον πατέρα του από το Χαϊδάρι.
Οι 200 δεν εμφανίστηκαν στην Ιστορία το πρωί που άνοιξαν οι πόρτες του στρατοπέδου.
Πολλοί είχαν πίσω τους χρόνια εργατικών και συνδικαλιστικών αγώνων, διώξεων, φυλακών και εξοριών. Στη συλλογική ζωή της φυλακής διάβαζαν, συζητούσαν, μόρφωναν ο ένας τον άλλο, οργάνωναν ακόμα και πολιτιστική δραστηριότητα.
Η αντοχή επομένως δεν γεννήθηκε μπροστά στον τοίχο. Σφυρηλατήθηκε σε μια ολόκληρη διαδρομή οργανωμένης συλλογικής πάλης.
Και κάπου εδώ το «ξέρει να σκέφτεται» του φετινού συνθήματος συναντά τα ίδια τα εκθέματα: Τη γνώση, τη συλλογική μόρφωση, την οργάνωση και τελικά τη συνειδητή επιλογή στάσης απέναντι στη ζωή και στον θάνατο.
Κάτω από τις φωτογραφίες το βλέμμα πέφτει στα χαλίκια.
Εκεί βρίσκονται αντίγραφα από τα τελευταία σημειώματα που διασώθηκαν. Μικρά χαρτιά σαν κι αυτά που πετούσαν μελλοθάνατοι από τα φορτηγά στη διαδρομή προς την Καισαριανή, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τα βρει και θα τα παραδώσει στους δικούς τους.
«Πρωτομαγιά. Γεια σας όλοι. Πάμε στη μάχη», γράφει ο Κώστας Τσίρκας.
Ο Σάββας Σαββόπουλος γράφει ότι «ούτε στιγμή δεν χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη» και καλεί την αδελφή του να πάρει τη θέση του στο ΚΚΕ.
Ο αποχαιρετισμός στους δικούς τους συνυπάρχει με τη σκέψη για όσους μένουν πίσω. Για τη συνέχεια.
Δεν έβλεπαν τον εαυτό τους ως τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας. Το «εμείς» διαπερνά ολόκληρο τον χώρο: Από τα ονόματα και τις φωτογραφίες μέχρι τα γράμματα της φυλακής και τα τελευταία σημειώματα.
Σε μια προθήκη βρίσκεται το μαντίλι του Σπήλιου Αμπελογιάννη.
Στην άκρη του είχε γράψει με μολύβι το όνομα και τη διεύθυνσή του στον Κολωνό, ζητώντας από όποιον το βρει να το παραδώσει εκεί.
«Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά», έγραψε.
Το μαντίλι διασώθηκε. Εμεινε για χρόνια θαμμένο μέσα σε τενεκέ στην αυλή ενός σπιτιού στον Κολωνό και δεκαετίες αργότερα παραδόθηκε στο ΚΚΕ με επιθυμία της αδελφής του, Μαρίας Σοφιανού.
Μπροστά στην προθήκη βρίσκεται σήμερα ο Νίκος Σοφιανός, ανιψιός του Σπήλιου Αμπελογιάννη, ο οποίος το παρέδωσε εκ μέρους της οικογένειας.
«Οταν βγήκαν αυτές οι φωτογραφίες, είμαστε συγκλονισμένοι ακόμα, γιατί έδειξαν αυτά που λέγαμε», μας λέει.
Ακόμη και σήμερα, προσθέτει, εμφανίζονται στοιχεία για τους εκτελεσμένους που δεν γνώριζαν ούτε οι συγγενείς τους.
Και προς το τέλος η φωνή του σπάει:
«Σε όλη μου τη ζωή έμαθα να μην είμαι “εγώ”, να είμαι “εμείς”».
Λίγα μέτρα πιο πέρα, γονείς περνούν ανάμεσα στα ονόματα μαζί με τα παιδιά τους. Νέοι στέκονται μπροστά στα πρόσωπα. Ανθρωποι σκύβουν πάνω από ένα μικρό χαρτί που γράφτηκε πριν από 82 χρόνια για να φτάσει στους επόμενους.
«Δεν πρέπει να το βλέπουμε ως μια μουσειακή ανάμνηση», επιμένει ο Δημήτρης Κυριακούδης.
Τον ρωτάμε τι έχει να πει η έκθεση σ' έναν νέο που μπαίνει σήμερα στον χώρο.
«Υπάρχει κι ένας άλλος δρόμος», απαντά. «Υπάρχει ένα υπόδειγμα μιας στάσης ζωής ανθρώπων οι οποίοι πίστεψαν σε ιδανικά (...) και αξίζει κανείς να δοκιμάσει αυτόν τον δρόμο, γιατί είναι διαφορετικός από αυτόν που προσπαθούν να του περάσουν ότι είναι μονόδρομος».
Φέρνει ο ίδιος τη συζήτηση στο σήμερα: Στην ακροδεξιά και στον φασισμό, στους πολέμους και στον «ζόφο» που απλώνεται διεθνώς.
Εδώ ακριβώς παίρνει η έκθεση τη θέση της μέσα στο 52ο Φεστιβάλ.
Οι 200 διαμορφώθηκαν σε μια περίοδο βαθιών κοινωνικών αντιθέσεων, ανόδου του φασισμού και προετοιμασίας ενός παγκόσμιου πολέμου. Σήμερα, σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη και κέντρα οξύνονται, οι πολεμικές εστίες πολλαπλασιάζονται και η πολεμική προετοιμασία δυναμώνει.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο. Τα ερωτήματα όμως που ανοίγονται μπροστά στη νέα γενιά είναι πραγματικά: Για ποια συμφέροντα καλείται να κάνει θυσίες; Ποιοι βρίσκονται πίσω από τους πολέμους; Τι δύναμη μπορεί να αποκτήσει όταν οργανώνεται και παλεύει συλλογικά; Τι στάση κρατά όταν της λένε ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
Ετσι το «Στρατηγέ, ο άνθρωπος έχει ένα ελάττωμα... Ξέρει να σκέφτεται!» δεν μένει ένα σύνθημα στις αφίσες.
Οι 200 δεν έφτασαν στον τοίχο ως «γεννημένοι ήρωες». Η στάση τους είχε διαμορφωθεί μέσα σε χρόνια πάλης, συλλογικής ζωής και συνειδητής στράτευσης.
Και η έκθεση δεν καλεί τον νέο επισκέπτη απλώς να τους θαυμάσει.
Τον καλεί να τους γνωρίσει, να σκεφτεί, να βγάλει συμπεράσματα.
Εξω, το 52ο Φεστιβάλ συνεχίζεται. Μέσα, η ουρά δεν σταματά. Τα βλέμματα μένουν στα πρόσωπα και ύστερα πέφτουν ξανά στα χειρόγραφα πάνω στα χαλίκια.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, τα «200» ξαναγίνονται ένα ένα ονόματα, πρόσωπα και ζωές.
Και μέσα στη μεγάλη γιορτή της νεολαίας η συνάντηση μαζί τους δεν τελειώνει στο πώς στάθηκαν τότε μπροστά στον τοίχο.
Συνεχίζεται στο πώς έφτασαν να μπορούν να σταθούν έτσι — και τι μπορεί να σημαίνει το παράδειγμά τους για όσους καλούνται να πάρουν θέση στους μεγάλους αγώνες της δικής τους εποχής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου