Ο άντρας της, ο καπετάν-Σπύρος, έλειπε μήνες με το καράβι. Ταξίδια στη Μαύρη Θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια, όπου έβγαζε το ψωμί τους
Στα Φραγκάτα της Κεφαλονιάς, εκεί που η ρίγανη μυρίζει πιο βαριά το καλοκαίρι και ο άνεμος από το Ιόνιο σφυρίζει στις κεραμιδένιες στέγες, ζούσε η κυρά-Μαρίνα. κεφαλλονίτισσα μάνα μέχρι το κόκαλο.
Ψηλή, λυγερή, με χέρια σκληρά από το πλύσιμο στη σκάφη και μάτια που είχαν το χρώμα της θάλασσας μετά την μπόρα.
Ο άντρας της, ο καπετάν-Σπύρος, έλειπε μήνες με το καράβι. Ταξίδια στη Μαύρη Θάλασσα, στην Αλεξάνδρεια, όπου έβγαζε το ψωμί του κι εκείνη πίσω με τρία παιδιά κι ένα σπίτι που έπρεπε να κρατηθεί όρθιο. Όχι μόνο από τους σεισμούς που κάθε τόσο τάραζαν το νησί, αλλά κι από τη φτώχεια που τότε ήταν μόνιμος μουσαφίρης.
Η κυρά-Μαρίνα είχε έναν κανόνα: "Στο σπίτι μου κανείς δεν θα πεινάσει και κανείς δεν θα φοβηθεί".
Όταν ο μεγάλος σεισμός του ’53 γκρέμισε το μισό χωριό, το δικό της το σπίτι ράγισε αλλά δεν έπεσε. Έβγαλε τα παιδιά στην αυλή, έστησε μια τέντα από πανιά του καϊκιού και άναψε φωτιά. Την άλλη μέρα μαγείρευε ήδη για όλη τη γειτονιά. Ρεβίθια στο τσουκάλι, ψωμί στο ξυλόφουρνο που σώθηκε.
"Φάτε, μωρέ. Μετά βλέπουμε για τα χαλάσματα", έλεγε και μοίραζε με την ξύλινη κουτάλα. Οι κεφαλλονίτες το λένε "μπεσαλίκι". Εκείνη το έλεγε "μάνα".
Τα γράμματα του καπετάνιου Σπύρου τα διάβαζε φωναχτά στα παιδιά μετά τα δίπλωνε, τα έβαζε στο εικονοστάσι και του απαντούσε. Όχι πολλά παράπονα μόνο τα απαραίτητα: "Ο Νικόλας έβγαλε δόντι. Η Αγγελική έμαθε προπαίδεια. Το αμπέλι θέλει θειάφισμα".
Μια φορά μόνο λύγισε. Όταν αρρώστησε ο μικρός και δεν είχε λεφτά για γιατρό στην Αργοστόλι. Πούλησε τη στέφανα της, εκείνη τη βαριά χρυσή από τον γάμο της. Δεν είπε κουβέντα στον άντρα της. "Ο άντρας είναι στη θάλασσα να παλεύει με τα κύματα. Εγώ εδώ παλεύω με τη στεριά", μονολογούσε και το παιδί έγινε καλά μα τον Αγ, Γεράσιμο.
Τα χρόνια πέρασαν, ο καπετάν-Σπύρος γύρισε μόνιμα, τα παιδιά μεγάλωσαν. Η Αγγελική αρραβωνιάστηκε, χρήματα όμως δεν υπήρχαν για προίκα, το σπίτι ακόμα πλήρωναν να το φτιάξουν μετά τον σεισμό.
Η κυρά-Μαρίνα δεν είπε "δεν έχω". Ξύπνησε ένα χάραμα, ζύμωσε, έφτιαξε παστέλια, μάντολες, κουφέτα, τα φόρτωσε σε καλάθια και κατέβηκε στο Ληξούρι, στην αγορά. Πούλησε μέχρι και τα κεντήματα της που τα φύλαγε από κοπέλα.
Όταν γύρισε το βράδυ, άφησε πάνω στο τραπέζι ένα μαντήλι δεμένο. Μέσα είχε λίρες. "Να την η προίκα σου, κόρη μου. Από τα χέρια της μάνας σου". Κεφαλλονίτισσα γαρ. Δεν παραδίνεται.
Τώρα η κυρά-Μαρίνα είναι γιαγιά κάθεται στο πεζούλι και λέει ιστορίες στα εγγόνια για φουρτούνες, για σεισμούς, για πείνα.
"Και δεν φοβόσουν, γιαγιά;" τη ρωτάει η μικρή.
Γελάει εκείνη. Το γέλιο της είναι ακόμα δυνατό, σαν να βγαίνει από τα έγκατα του νησιού.
"Φοβόμουν, παιδί μου. Αλλά η μάνα στην Κεφαλλονιά πρώτα κάνει τον σταυρό της, μετά φτύνει τον κόρφο της και μετά σηκώνει τα μανίκια. Ο φόβος είναι για τους άλλους. Εμείς έχουμε παιδιά να μεγαλώσουμε".
Η κεφαλονίτισσα μάνα δεν είναι μόνο μάνα, είναι βράχος, είναι καραβοκύρης στο σπίτι, είναι η ρίζα που κρατάει το δέντρο όρθιο όταν το ταράζει ο εγκέλαδος κι ας μην το γράφει κανένα βιβλίο ιστορίας. Το ξέρει το νησί, το ξέρει το Ιόνιο.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου