ΑΛΛΑΓΗ EMAIL
Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
«Μνήμες και εικόνες» Η Ιστορία των Προσφύγων Πάτρας
Η συγγραφέας και ιστορικός Γιώτα Καΐκα - Μαντανίκα, στο πλαίσιο εκδήλωσης του Προσφυγικού Συλλόγου Γηροκομειού, για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας των μελών του, την Κυριακή 11-1-2026, μίλησε για το προσφυγικό ζήτημα
Στην αίθουσα του 46ου Δημοτικού Σχολείου Πάτρας, την 11-1-2026, η συγγραφέας και ιστορικός Γιώτα Καΐκα - Μαντανίκα, στο πλαίσιο εκδήλωσης του Προσφυγικού Συλλόγου Γηροκομειού, για την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας των μελών του, μίλησε για το προσφυγικό ζήτημα, όπως παρουσιάστηκε από τα χρόνια της δημιουργίας τους στον ελληνικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πάτρα, μετά τον ξεριζωμό του Ελληνισμού, ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η συγγραφέας Γιώτα Καḯκα-Μαντανίκα, στο περίφημο βιβλίο της υπό τον τίτλο: «Μνήμες και εικόνες» στις σελ.233-241 αναφέρεται διεξοδικά και συναρπάσει με τα στοιχεία που παρουσιάζει.
Αναλυτικά ανέφερε τα παρακάτω:
«Μια ολόκληρη περιοχή της Πάτρας ονομάζεται Προσφυγικά, και είναι εκείνη όπου κατοίκησαν μόνιμα οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Στην Πάτρα έφτασαν μετά την Καταστροφή του 1922 περίπου 6.000 με 7.000 πρόσφυγες. Στην αρχή στεγάστηκαν σε διάφορα οικήματα, όπως σχολεία, ιδρύματα, αποθήκες, μέσα σε συνθήκες άθλιες.
Το ξεκίνημα για την κατασκευή των προσφυγικών οικισμών άρχισε τον Φεβρουάριο του 1923. Πήρε αρκετά χρόνια για να γίνουν οι τέσσερις προσφυγικοί οικισμοί που βρίσκονται στον χώρο που μέχρι και σήμερα λέμε Προσφυγικά. Το 1937 τελείωσε ο τέταρτος προσφυγικός οικισμός και πήραν τα σπίτια τους οι δικαιούχοι.
Γενικά, σε όλον τον ελλαδικό χώρο, αστικό ή αγροτικό, οι οικισμοί που χτίστηκαν για τους πρόσφυγες ήταν μακριά από τις περιοχές όπου έμεναν οι ντόπιοι. Αυτό, βέβαια, συνέφερε το κράτος, γιατί μπορούσε να απαλλοτριώσει φτηνά οικόπεδα, αφού αυτά ήταν εκτός σχεδίου, αλλά ικανοποιούσε και την απαίτηση των ντόπιων να μη γειτνιάζουν με τους πρόσφυγες.
Η ιστορία της δημιουργίας προσφυγικών συνοικισμών είναι η ακόλουθη. Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες, εγκρίθηκε από το Λιμενικό Ταμείο η εγκατάσταση παραπηγμάτων- παραγκών στο γήπεδο του Πτωχοκομείου στην παραλιακή οδό των Ιτεών. Αυτός, λοιπόν, ο πρώτος προσφυγικός οικισμός, που τελειοποιήθηκε σε μόνιμη βάση αρκετά χρόνια μετά, ονομάστηκε Παράγκες. Εκεί τον Μάιο του ’23 μεταφέρθηκαν οικογένειες από τους καταυλισμούς του Καρανικολού, του Α΄ Γυμνασίου και του Ασύλου Αστέγων, αφού προηγουμένως οδηγήθηκαν για απολύμανση στα απολυμαντήρια του Κρόου- Κρωβ.
Στη συνέχεια άρχισαν να χτίζονται οι οικισμοί που αποτέλεσαν τον συνοικισμό που και σήμερα ονομάζουμε Προσφυγικά. Η αρχική σκέψη ήταν ο πρώτος οικισμός να γίνει στην περιοχή του Αγίου Αλεξίου, στα οικόπεδα της μονής της Αγίας Λαύρας. Όμως δεν συμφώνησαν οι αρμόδιοι γι’ αυτή τη θέση και τελικά κατέληξαν «στα οικόπεδα του Ρούφου παρά τα Γύφτικα», καθώς επίσης και στο κτήμα Χαιρέτη. Η περιοχή αυτή ήταν υποβαθμισμένη από τότε, γιατί εκεί ζούσαν οι γύφτοι, και οπωσδήποτε οι πρόσφυγες σε εκείνη την πρώτη φάση της έλευσής τους στη μητέρα πατρίδα αντιμετωπίστηκαν ως κατώτεροι των ντόπιων. Βίωσαν για πολλά χρόνια έντονα ρατσιστικά φαινόμενα.
Ο πρώτος, λοιπόν, προσφυγικός οικισμός, στα σημερινά Προσφυγικά, δημιουργήθηκε το 1924 στην πλατεία Ελευθερίας.
Ταυτόχρονα με τον πρώτο και συνέχεια αυτού έγινε ο δεύτερος οικισμός κοντά στην Αγία Τριάδα.
Ο τρίτος οικισμός είναι συνέχεια του δεύτερου, με μονοκατοικίες.. Τα σπίτια εδώ θεωρήθηκαν προνομιούχα, όχι μόνο γιατί ήταν πιο ευρύχωρα και καλοφτιαγμένα, αλλά γιατί στα οικόπεδά τους έμενε και μια «ανάσα» αυλής, όπου, όπως μας λέει ο Λευτέρης Μαρινέλλης. Στον ίδιο χώρο χτίστηκαν το 15ο και 16ο δημοτικά σχολεία.
Ο τέταρτος οικισμός είναι επί της οδού Ιωνίας, κοντά στον ναό της Αγίας Τριάδας. Τα περισσότερα σπίτια ήταν ωραίες μονώροφες διπλοκατοικίες, όμως απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας ζούσαν ακόμη πρόσφυγες σε χαμώγιες αχυροφτιαγμένες κατοικίες, μήκους πενήντα μέτρων περίπου, που έμοιαζαν «με περιστερώνες, με καμπίνες λουτρών θαλάσσης, με κελλιά καλογήρων, και με σπίτια δεν μοιάζουν»
Δημιουργήθηκαν όμως και δύο αγροτικοί οικισμοί. Ο ένας ήταν ο αγροτικός προσφυγικός οικισμός Γηροκομείου, σε κτήματα της Μονής Γηροκομείου. Ο οικισμός δημιουργήθηκε το 1925, μετά τη διανομή 450 στρεμμάτων στους κατοίκους. Κάθε κλήρος ανερχόταν στα δεκαπέντε στρέμματα, από τα οποία τα δύο ήταν ποτιστικά. Όλη αυτή την έκταση τη δενδροφύτευσαν οι πρόσφυγες, καθιστώντας την εύφορη, αφού δημιούργησαν αμπέλια, αγρούς για δημητριακά, κήπους και οπωρώνες. Ζούσαν αυτοί και οι οικογένειές τους καλλιεργώντας τα χωράφια τους, αλλά και εργαζόμενοι στα κτήματα της περιοχής. Ο άλλος αγροτικός οικισμός έγινε στο Ρίο. Ακόμα και σήμερα βλέπουμε μικρές μονοκατοικίες στην περιοχή κατεβαίνοντας προς τη γέφυρα.
Στην περιοχή όμως των Προσφυγικών έχουμε και έναν αστικό προσφυγικό οικισμό. Το 1932 απαλλοτριώθηκαν μερικά κτήματα κάτω από την πλατεία Βουδ, ανάμεσα στο Σκαγιοπούλειο και στην Αγία Βαρβάρα, και χτίστηκαν εκεί σαράντα περίπου οικήματα. Όμως αυτά τα οικήματα ήταν ίδια με τα σπίτια της πόλης, αφού τα έχτισαν πρόσφυγες με δικά τους έξοδα και με δάνειο από το κράτος ύψους 30.000 δρχ. Τα μέλη αυτού του αστικού οικοδομικού συνεταιρισμού ήταν από τους πλέον εύπορους πρόσφυγες.
Οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα, κουβαλώντας μια κουλτούρα ανώτερη πολλές φορές από την κουλτούρα των ντόπιων, ξεκίνησαν από το μηδέν τη ζωή τους, έζησαν σε αυτούς τους οικισμούς ως πολίτες άλλης κατηγορίας, κατώτερης από τους ντόπιους. Δεν είναι τυχαία η έκφραση των ντόπιων για τις γυναίκες, τις οποίες αποκαλούσαν «παστρικές» με αρνητική σημασία, επειδή πλενόντουσαν συχνά και ήταν πιο καθαρές από τις ντόπιες. Στα οικήματα που τους παραχωρήθηκαν, τα οποία ήταν του ενός και των δύο δωματίων, ζούσαν πέντε, οκτώ, και δέκα άτομα πολλές φορές. Όμως, αυτά τα μικρά σπιτάκια ήταν όλα πεντακάθαρα και στολισμένα με κεντήματα πολύχρωμα, χειροποίητες κουρτίνες στα παράθυρα και παντού στα παράθυρα και στις αυλές τους, τις μικρές —όπου υπήρχαν αυλές—, ένας βασιλικός, μία γαριφαλιά μοσχομυρωδάτη, γεράνια σε τενεκέδες έδιναν μια χαρούμενη νότα στον χώρο.
Η πολιτεία δεν έδειχνε και ιδιαίτερο ενδιαφέρον να καλύψει βασικές τους ανάγκες, όπως ήταν το νερό και ο φωτισμός. «Εμαύρισε το μάτι μας και ξεράθηκε το λαρύγγι μας για νεράκι. Έχουμε εγκαταλειφθή εις την τύχη μας και εν τούτοις πληρώνουμε και μεις ως και οι κατοικούντες τα κέντρα.
Από την αρχή της εγκατάστασής τους οι πρόσφυγες ασχολήθηκαν με κάθε είδους εργασία, άσχετα με το επίπεδο μόρφωσης που είχαν. Βίωναν για χρόνια τη φτώχεια, τη μιζέρια, τις δυσκολίες, τα προβλήματα. Έζησαν ως άνθρωποι του μεροκάματου, που δούλευαν όποτε έβρισκαν δουλειά. Οι άνδρες ως εργάτες, μικροπωλητές (πάγος, ξυλεία), στα σταφιδεργοστάσια, ενώ οι γυναίκες δούλευαν στις βιομηχανίες της πόλης και ως εργάτριες ή υπηρέτριες στα σπίτια των πλούσιων Πατρινών. Αρκεί να αναφέρουμε και τούτο: ότι η μεγάλη προσφορά εργατικών χεριών έριξε χαμηλά τα μεροκάματα, ιδιαίτερα των γυναικών. Πολλές φορές, το μεροδούλι του πρόσφυγα ήταν το μισό του ντόπιου εργάτη ή τεχνίτη.
Ήταν τόση η φτώχεια που υπήρχε σε κάποιους πρόσφυγες, ώστε για όσους δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν φέρετρο για την τελευταία τους κατοικία είχε φροντίσει η εκκλησία τους. Συγκεκριμένα, η ενορία της Αγίας Φωτεινής. Δάνειζε η ενορία δικό της φέρετρο. Μετέφεραν το φέρετρο με τον νεκρό μέχρι το Νεκροταφείο της Αγιαλεξώτισσας στον ώμο και με το σεντόνι του τον τοποθετούσαν στην τελευταία του κατοικία. Στη συνέχεια το φέρετρο επέστρεφε στην Αγία Φωτεινή για τον επόμενο άπορο. Όμως, την ίδια εποχή για τους αποδεδειγμένα άπορους της Πάτρας-τους ντόπιους- η πολιτεία είχε προνοήσει και την ταφή τους αναλάμβανε αυτή. Για τους πρόσφυγες, λοιπόν, τους ανθρώπους ενός κατώτερου Θεού, που ήταν οι περισσότεροι πένητες, υπήρχε το δανεικό φέρετρο της Αγίας Φωτεινής.
Αυτή η δύσκολη ζωή θα συνεχιστεί για χρόνια και θα πολλαπλασιαστούν τα προβλήματα στην Κατοχή, αλλά ακόμα και μετά τον πόλεμο. Πολλοί έφυγαν για το μέτωπο το ’40, ανέβηκαν στα βουνά και πήραν μέρος στην Αντίσταση. Όσοι έμειναν στην πόλη πηγαινοέρχονταν στα χωριά για λίγο σιτάρι, αραποσίτι, λάδι, πουλώντας ό,τι σημαντικό υπήρχε στο σπίτι τους. Επίσης, στην Κατοχή, όσοι μπόρεσαν έφυγαν στα χωριά κάνοντας διάφορες δουλειές για να επιβιώσουν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γυναίκες και άνδρες ηλικιωμένοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους από τον Ομπλό ξύλα, ρίζες, κούτσουρα για τη φωτιά, αλλά τα πουλούσαν για να πάρουν ελάχιστα χρήματα να ζήσουν.
Είναι γνωστό ότι οι πρόσφυγες, εγκαταλείποντας το ’22 τα πυρπολούμενα σπίτια τους, τις κινητές τους περιουσίες, τα πολύτιμα αντικείμενά τους, φρόντισαν να φέρουν στην αγκαλιά τους ό,τι πιο σημαντικό υπήρχε στα σπιτικά τους. Έφεραν, όμως, και τις εικόνες των αγίων τους και μαζί τις εορτές και τις παραδόσεις τους. Έτσι, στην Πάτρα οι πρόσφυγες, μόλις κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους, ένιωσαν την ανάγκη να φτιάξουν και την εκκλησία τους. Η εκκλησία της Αγίας Φωτεινής ήταν μικρογραφία εκείνου του μαρτυρικού ναού της Σμύρνης. Άρχισε να χτίζεται το 1932, ενώ η έναρξη λειτουργίας της έγινε το 1934.
Τέλος, οι πρόσφυγες δεν λησμόνησαν τα ενδιαφέροντά τους γύρω από τον αθλητισμό. Έτσι, το 1925 ίδρυσαν πρώτα τον Ολυμπιακό, ενώ το ’30 έφτιαξαν τη Θύελλα, τον Άρη και την ΑΕΚ.
Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα για τους πρόσφυγες, αξίζει να κάνουμε μια αναφορά και στην αρμένικη παροικία:
Ανάμεσα στους πρόσφυγες υπήρχαν και Αρμένιοι, οι οποίοι κατείχαν οικήματα μη δικαιούμενοι στέγασης, αλλά αυτοί θα έπρεπε μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα να ελευθερώσουν τον χώρο που κατείχαν και να βρουν άλλο για να εγκατασταθούν.
«Υπήρχον ήδη από το 1905 οκτώ καφεκόπτες. Με την καταστροφή, όμως, του ’22 ήρθαν στην Πάτρα πολλοί και εγκαταστάθηκαν σε διάφορους καταυλισμούς στην πλατεία Αγ. Γεωργίου, στην Αγ. Βαρβάρα και στον Αγ. Γεράσιμο
»Στο σχολείο τους οι Αρμένιοι δίδασκαν γαλλικά, αγγλικά, αρμενική ιστορία, οικοκυρικά και αργότερα δίδασκαν και ελληνική γλώσσα. Επίσης, αρκετά παιδιά Αρμενίων παρακολούθησαν μαθήματα στο καθολικό σχολείο στους φρέρηδες, Ζαΐμη και Μαιζώνος. Άσκησαν διάφορα επαγγέλματα, όπως του τενεκετζή, αστραγαλατζή, καφεκόπτη, παστουρματζή, παντοφλά, τσοκαρά, ψαρά, σαλεπητζή κ.ά. και πρόκοψαν. Οι Αρμένισσες ήταν δεινές κεντήστρες και βοηθούσαν τους άντρες τους να κατασκευάζουν κεντητά πασούμια, επίσης βοηθούσαν στο καβούρντισμα του καφέ και γενικά βοηθούσαν τους άντρες τους στην εργασία τους. Όμως πριν από το 1939, αλλά και με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχουμε τη μετανάστευση των Προσφύγων Αρμενίων για την πατρίδα τους, τη Σοβιετική Αρμενία. Στην Πάτρα έμειναν μέχρι και σήμερα λίγες αρμένικες οικογένειες, που ασχολούνται με το εμπόριο του καφέ, τους ξηρούς καρπούς, τη σφραγιδοποιία»
Τέλος κατά την απογραφή του 1928, όταν η Πάτρα είχε 64.636 κατοίκους, οι 6.967 ήταν πρόσφυγες, δηλαδή το 10% περίπου των κατοίκων.
(Με στοιχεία από την εργασία της Γιώτας Καḯκα-Μαντανίκα. «Μνήμες και εικόνες» σελ.233-241).
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου