«Το 2014 είχαν γίνει
έντεκα χιλιάδες επτακόσιοι πενήντα τέσσερις έλεγχοι, οι οποίοι απέδωσαν στα
δημόσια ταμεία 59.000.000 ευρώ. Το 2016 οι έλεγχοι έφτασαν τις είκοσι τέσσερις
χιλιάδες και από τα 59.000.000 ευρώ πήγαμε στα 557.000.000 ευρώ στα δημόσια ταμεία, για
να μην αμφιβάλουν κάποιοι πώς ξαφνικά άρχισε να υπεραποδίδει η οικονομία, να
έχουμε έσοδα και να πιάνουμε τους στόχους».
Τα παραπάνω τόνισε ο Αλ. Τσίπρας στην Ώρα του Πρωθυπουργού κατά την πρωτολογία του αναφερόμενος στην διαφθορά μετά από επερώτηση του Στ. Θεοδωράκη, επικεφαλής του Ποταμιού.
Αναλυτικότερα ο Αλ. Τσίπρας είπε:
«Κύριε Θεοδωράκη, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η διαφθορά
στη χώρα -και αυτό νομίζω το γνωρίζουμε όλοι- δεν είναι ένα περιθωριακό
φαινόμενο. Είναι ένα φαινόμενο άρρηκτα συνδεδεμένο, θα έλεγε κανείς, με την
κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας.
Δεν αφορά κάποιους λίγους που
επιλέγουν, διακινδυνεύοντας την υπόληψή τους και την προσωπική τους ελευθερία,
να επιδίδονται στο κυνήγι εύκολου πλουτισμού. Αυτό το φαινόμενο συνδέεται με
τους όρους της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα και πρέπει να το
αναλύσουμε σε βάθος, γιατί είναι ένα δομικό πρόβλημα.
Δεν θα ήταν κάτι καινούργιο, αν λέγαμε ότι η γιγάντωση της
διαφθοράς σχετίζεται με τη θεσμική αναπηρία, την πολυνομία, την κακονομία, το
πελατειακό κράτος. Με δυο λόγια, είναι εγγενές χαρακτηριστικό ενός οικονομικού
και πολιτικού δικτύου εξουσίας που οικοδομήθηκε στη χώρα, ιδίως μετά τη
Μεταπολίτευση, με πρωταγωνιστές συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις που βρήκαν
στέγη και κάλυψη και στα δύο κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα σαράντα και πλέον
χρόνια.
Νομίζω ότι θα κρούσω ανοικτές θύρες, αν πω ότι η τερατώδης
γραφειοκρατία του ελληνικού κράτους, η ανυπαρξία σαφών διαδικασιών στη δημόσια
διοίκηση, την οποία κληρονομήσαμε, δεν είναι αποτέλεσμα ανικανότητας των
προηγούμενων κυβερνήσεων. Θα έλεγα ότι αντίθετα υπήρξε αποτέλεσμα πολιτικών
επιλογών, ώστε να μην συγκροτηθεί το θεσμικό εκείνο πλαίσιο που θα μπορούσε να
περιορίσει τα φαινόμενα της διαφθοράς. Υπήρξε αποτέλεσμα επιλογών που απέτρεψαν
τη θεσμική θωράκιση. Επομένως, είναι ένας πολιτικός στόχος μακροπρόθεσμος, θα
έλεγα, η αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Ένα κράτος και μια κοινωνία, όμως, που έχουν μάθει να λειτουργούν
κατ’ αυτό τον τρόπο δεν μετασχηματίζονται από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτείται
στρατηγικό σχέδιο, μελετημένες κινήσεις. Πάνω απ’ όλα, όμως, θα έλεγα ότι
απαιτείται πολιτική βούληση.
Και επιτρέψτε μου να πω ότι με δεδομένη την ανυπαρξία θεσμικού
πλαισίου προστασίας για την αντιμετώπιση της διαφθοράς απαιτείται και ένα ηθικό
ανάστημα, που η δική μας Κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι διαθέτει. Και θα γίνω
συγκεκριμένος.
Αυτή η Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η διαφθορά στην πιο
διευρυμένη της έννοια, που περιλαμβάνει και τη φοροδιαφυγή, αλλά και το πιο
εκλεπτυσμένο οικονομικό έγκλημα και τους χρηματισμούς πολιτικών προσώπων και το
ξέπλυμα χρήματος και τις κάθε είδους πελατειακές πρακτικές και πρακτικές
συγκάλυψης από ελεγκτικούς μηχανισμούς, αποτέλεσε μια από τις κύριες αιτίες που
η οικονομική κρίση χτύπησε τη χώρα μας με πιο σφοδρό τρόπο απ’ ό,τι χτύπησε
άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φτάνει κανείς να ρίξει μια ματιά στην πορεία
των εσόδων του ελληνικού κράτους, που ακόμη και τις περιόδους της ανάπτυξης ήταν
πολύ πίσω σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.
Οι λόγοι, νομίζω, είναι απλοί: εκτεταμένη φοροδιαφυγή,
οργιώδες λαθρεμπόριο, μαύρη οικονομία, απαράδεκτη διαχείριση των δημόσιων
οικονομικών, υπερτιμολογήσεις δημόσιων έργων και πολλά άλλα. Όλα αυτά
συνέτειναν, ώστε να φτάσει η χώρα μας στο χείλος της χρεοκοπίας.
Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να είναι προτεραιότητα η
αντιμετώπιση της διαφθοράς. Αλλά, ξέρετε, αυτό έχει και πολιτικό κόστος για μια
κυβέρνηση. Κι εμείς αυτό το πολιτικό κόστος το αναλαμβάνουμε, αφού τα ισχυρά
συμφέροντα που έμαθαν να πορεύονται με αυτούς τους όρους και να κερδίζουν μέσα
σε αυτό το πολύπλοκο δίκτυο, αντιστέκονται και εξαπολύουν καθημερινά μια
λυσσαλέα επίθεση. Ξέρετε κάτι, ακριβώς αυτή η επίθεση είναι που αποτελεί για
εμάς έναν δείκτη ότι κάτι κάνουμε καλά. Θα αρχίσω να ανησυχώ, όταν οι επιθέσεις
σταματήσουν.
Επιτρέψτε μου τώρα να σας πω ότι, όταν αναφερόμαστε σε
στοιχεία και στατιστικές, απαντώντας στο κύριο θέμα της ερώτησής σας, κύριε
Θεοδωράκη, είναι απαράβατος όρος για την αξιοπιστία του επιχειρήματος ή της
κριτικής που διατυπώνεται αυτά τα νούμερα να προέρχονται από επίσημους φορείς
που η μεθοδολογία και η αξιοπιστία τους είναι αδιαμφισβήτητες.
Στην περίπτωση, λοιπόν, αυτής της περιβόητης κατάταξης στην
οποία αναφέρεστε στην ερώτησή σας και η
οποία αναπαράχθηκε και από μερίδα των μέσων ενημέρωσης, αυτή η συνθήκη δεν
ικανοποιείται. Η μη κυβερνητική οργάνωση Διεθνής Διαφάνεια, την οποία
επικαλείστε, δημοσιεύει μια κατάταξη η οποία αφορά την υποκειμενική αντίληψη
για τη διαφθορά και όχι την πραγματικότητα της διαφθοράς. Δηλαδή, η
συγκεκριμένη αξιολόγηση αφορά ατομικές αντιλήψεις που έχουν συγκεκριμένοι
ειδικοί σχετικά με την ύπαρξη της διαφθοράς στο κράτος και στο πολιτικό
σύστημα.
Για να γίνει σαφέστερο το πρόβλημα της αξιοπιστίας του
δείκτη αντίληψης της διαφθοράς, θα σας πω μονάχα ότι, με βάση αυτή τη
συγκεκριμένη αξιολόγηση στην οποία αναφέρεστε, η χώρα μας συγκέντρωσε καλύτερη
βαθμολογία το 1996, το 1997 και το 2000. Τότε όπου, επί κυβερνήσεων του κ.
Σημίτη με Υπουργό τον κ. Τσοχατζόπουλο, τον κ. Παπαντωνίου, τον κ. Μαντέλη και
άλλους, υπήρξε ένα όργιο διαφθοράς σε σχέση με τις συμβάσεις για τα
εξοπλιστικά. Τα γνωρίζετε. Τότε, λοιπόν, με βάση αυτές τις έρευνες στις οποίες
αναφέρεστε είχαμε τις καλύτερες αποδόσεις. Αναρωτιέται κανείς, λοιπόν, ευλόγως
αν όλα εκείνα τα χρόνια ήταν ρόδινα.
Έχει, όμως, μια σημασία αυτή η κατάταξη, την οποία δεν θέλω
να απαξιώσω. Έχει μια σημασία όχι ως προς την ατεκμηρίωτη διόγκωση, όπως
ισχυρίζονται κάποιοι, της διαφθοράς. Έχει μια σημασία ως προς την αντίληψη που
διαμορφώνεται για την ύπαρξη της διαφθοράς. Αυτή η αντίληψη είναι σαφές ότι τις
μέρες μας είναι πλέον ευρύτατη και άρα έχει μια δικαιολογητική βάση το
αποτέλεσμα. Είναι ευρύτατη, διότι ζούμε σε μια περίοδο που πλέον έχει σπάσει η
ομερτά των κυκλωμάτων της διαφθοράς και η Κυβέρνηση δεν φοβάται να συγκρουστεί,
χωρίς να λογαριάζει πολιτικό κόστος, ενώ ταυτόχρονα η δικαιοσύνη έχει αφεθεί
χωρίς πιέσεις να λειτουργεί αμερόληπτα και απρόσκοπτα, πέρα από παρεμβάσεις,
που νομίζω ότι ήταν το βασικό χαρακτηριστικό των προηγούμενων κυβερνήσεων.
Επιτρέψτε μου να παραθέσω ορισμένα σημεία, τα οποία δείχνουν
το στίγμα της δουλειάς αυτής της Κυβέρνησης στην κατεύθυνση της καταπολέμησης
της διαφθοράς και της ενίσχυσης της διαφάνειας, αλλά και της ανομίας.
Πρώτον, η πρόοδος που έχει σημειωθεί με τις περιβόητες
λίστες φοροφυγάδων, τις οποίες σας θυμίζω ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις είτε
έκρυβαν σε συρτάρια είτε αρνούνταν καν να παραλάβουν. Ήδη από τις λίστες
Μπόργιανς και Λαγκάρντ, από τους ελέγχους στις offshore,
στα εμβάσματα εξωτερικού, στα φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, που κατέχουν
μεγάλο πλούτο, υπάρχουν βεβαιωμένα ποσά άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ.
Η είσπραξη αυτών των ποσών προχωρά με γοργούς ρυθμούς και
είναι μια από τις βασικές πηγές χρηματοδότησης της κοινωνικής πολιτικής και
μέτρων στήριξης που είχαμε τη δυνατότητα να δώσουμε, παρά τις δημοσιονομικές
δυσκολίες που έχει η χώρα, όπως η εφάπαξ δέκατη τρίτη σύνταξη, τα 620 περίπου
εκατομμύρια ευρώ που δόθηκαν στους χαμηλοσυνταξιούχους στο τέλος του 2016.
Επιπλέον, έχουν σχηματιστεί περίπου χίλιες δικογραφίες που
αφορούν την λίστα Μπόργιανς, την οποία θυμίζω είχε αρνηθεί να παραλάβει η
προηγούμενη κυβέρνηση από τις Αρχές της Ρηνανίας
- Βεστφαλίας, ενώ, παράλληλα, ολοκληρώθηκε μια κοπιώδης προσπάθεια, η οποία θα
φέρει σημαντικά αποτελέσματα το επόμενο διάστημα, με την ενοποίηση όλων των
λιστών μεγαλοκαταθετών που έχουν περιέλθει στα χέρια των ελληνικών Αρχών σε μια
ενιαία λίστα με ένα εκατομμύριο διακόσιους εβδομήντα χιλιάδες αριθμούς
φορολογικών μητρώων, η οποία λίστα θα ελεγχθεί εξονυχιστικά σχετικά με τις
χρήσεις και την πιθανή απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Δεύτερον, έχουν καταγραφεί ισχυρά πλήγματα στα κυκλώματα του
λαθρεμπορίου καπνικών και καυσίμων και προχωρήσαμε στη σύσταση Συντονιστικού
Κέντρου Καταπολέμησης του Λαθρεμπορίου.
Στα καπνικά έχουμε καταφέρει να υπερδιπλασιαστούν οι έλεγχοι
στα τελωνεία και να δεκαπλασιαστούν, σχεδόν, τα βεβαιωμένα ποσά μέσα σε μια
διετία.
Χαρακτηριστικά να αναφέρω τα εξής: Το 2014 είχαν γίνει
έντεκα χιλιάδες επτακόσιοι πενήντα τέσσερις έλεγχοι, οι οποίοι απέδωσαν στα
δημόσια ταμεία 59.000.000 ευρώ. Το 2016 οι έλεγχοι έφτασαν τις είκοσι τέσσερις
χιλιάδες και από τα 59.000.000 πήγαμε στα 557.000.000 στα δημόσια ταμεία, για
να μην αμφιβάλουν κάποιοι πώς ξαφνικά άρχισε να υπεραποδίδει η οικονομία, να
έχουμε έσοδα και να πιάνουμε τους στόχους.
Ανάλογη προσπάθεια -χωρίς τόσο εντυπωσιακά αποτελέσματα,
αλλά ανάλογη προσπάθεια- γίνεται και στον τομέα της πάταξης του λαθρεμπορίου,
όπου σε μια διετία οι έλεγχοι από είκοσι επτά χιλιάδες ξεπέρασαν τις σαράντα
χιλιάδες και διπλασιαστήκαν τα βεβαιωμένα πρόστιμα από 18.000.000 σε
37.000.000.
Τρίτον, θεσμοθετήσαμε ένα νέο, σύγχρονο και διαφανές πλαίσιο
για τις δημόσιες συμβάσεις, ένα πλαίσιο που ορίζει ενιαίους κανόνες ανάθεσης
για όλες τις κατηγορίες συμβάσεων και εισάγονται ρυθμίσεις που ενισχύουν την
διαφάνεια, την λογοδοσία, την απλούστευση και την ευελιξία των διαδικασιών.
Επιπλέον, μέσω του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων
Συμβάσεων εφαρμόζεται καθολικά για όλες τις αναθέτουσες Αρχές της χώρας η
ηλεκτρονική διαχείριση των διαγωνισμών για προμήθειες αγαθών και υπηρεσιών άνω
των 60.000 ευρώ. Η ηλεκτρονικοποίηση των διαδικασιών για τα δημόσια έργα και
τις μελέτες ευελπιστούμε ότι θα εφαρμοστεί από τα μέσα του 2017.
Επίσης, με το νέο νόμο έχει καταστεί υποχρεωτική η ανάρτηση
στο Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημόσιων Συμβάσεων των στοιχείων όλου του
κύκλου από το πρωτογενές αίτημα μέχρι και την πληρωμή κάθε προμήθειας ίσης ή
ανώτερης των 1.000 ευρώ. Η υποχρέωση αυτή αφορά το σύνολο των αναθετουσών Αρχών
της χώρας.
Τέταρτον, φέραμε ένα νόμο, που ψηφίστηκε σε αυτήν την
Αίθουσα με την συναίνεση σχεδόν όλων των κομμάτων, με ευρεία συναίνεση, ο
οποίος επιτέλους απλοποιεί τις διαδικασίες σύστασης επιχείρησης μέσω των
«Υπηρεσιών Μιας Στάσης». Η ελαχιστοποίηση του διοικητικού βάρους που
αντιμετωπίζει μια επιχείρηση στο στάδιο της σύστασής της, αποτελεί βασική
προϋπόθεση για την ομαλή ένταξη της λειτουργίας της και την ταχεία ανάπτυξη των
εργασιών της, ενώ, παράλληλα, μειώνει στο ελάχιστο την πιθανότητα φαινομένων
διαφθοράς κατά την διάρκεια αλλεπάλληλων γραφειοκρατικών διαδικασιών κατά την
ίδρυσή της.
Πέμπτον, βάλαμε ένα τέλος σε αυτό το όργιο σπατάλης που
χαρακτήριζε τις συμβάσεις για τα δημόσια έργα. Εξοικονομήθηκε σχεδόν ένα
δισεκατομμύριο ευρώ από την επαναδιαπραγμάτευση που αφορούσε κυρίως
αυτοκινητόδρομους και, παράλληλα, πετύχαμε την επανεκκίνηση όλων των έργων που
είχαν σταματήσει και, μάλιστα, με σεβασμό στη διαφάνεια και στο δημόσιο
συμφέρον.
Όμως, πέραν αυτών, έχουν αναδειχθεί επί των ημερών μας μια
σειρά και από πολύ μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς και διαπλοκής, υποθέσεις που για
χρόνια κρύβαμε κάτω από το χαλί, διότι οι εμπλεκόμενοι σε αυτές τις υποθέσεις
βρίσκονταν στα έδρανα της κυβέρνησης. Θα σταθώ μονάχα σε ορισμένες από τις
υποθέσεις, διότι ο κατάλογος είναι μακρύς και ο χρόνος περιορισμένος.
Θέλω να αναφερθώ σε δύο υποθέσεις στον χώρο της Υγείας, εκεί
όπου για χρόνια στήθηκε ένα πάρτι διαφθοράς και διασπάθισης του δημόσιου
χρήματος, μια δυσώδης κατάσταση από την οποία κάποιοι πλούτισαν, τη στιγμή που
οι κυβερνήσεις τότε -γιατί δεν μιλάμε για τις ρόδινες εποχές, μιλάμε για τις
εποχές των μνημονίων- διέλυαν τις δομές της δημόσιας Υγείας γιατί ήταν δήθεν
δαπανηρές. Και αναφέρομαι στο σκάνδαλο του ΚΕΕΛΠΝΟ, το οποίο επί των ημερών
μας, επιτέλους, οδηγήθηκε εκεί που αρνήθηκαν να το οδηγήσουν αυτοί οι οποίοι
σήμερα κόπτονται για τη δημόσια Υγεία και τα δημόσια νοσοκομεία. Οδηγήθηκε,
δηλαδή, στη δικαιοσύνη.
Θα πω, χωρίς περιστροφές, τα εξής: Το ΚΕΕΛΠΝΟ, κατά την
άποψή μας, πρόκειται για ένα άντρο μαύρου χρήματος, ρουσφετολογικών προσλήψεων
και οικονομικής αδιαφάνειας. Είναι ένας Οργανισμός, ο οποίος δεν διέθετε
κανονισμό, δεν τηρούσε λογιστικά βιβλία, δεν λειτουργούσε γραφείο προμηθειών,
δεν υπήρχε πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής για τον εξοπλισμό και τις προμήθειες
και το μόνο που άφησε ήταν ένα ασύλληπτο χρέος ύψους 185.000.000 ευρώ. Το
πάρτι, όμως, αυτό τελείωσε. Οι εμπλεκόμενοι θα οδηγηθούν ενώπιον της
δικαιοσύνης ως ελάχιστη υποχρέωση προς έναν λαό που έχει στερηθεί, τα χρόνια
που όλα αυτά γίνονταν στο ΚΕΕΛΠΝΟ, το στοιχειώδες δικαίωμα πρόσβασης στη
δημόσια Υγεία.
Δίπλα στην υπόθεση του ΚΕΕΛΠΝΟ υπάρχει μια ακόμα πιο
σκοτεινή υπόθεση, η υπόθεση της NOVARTIS.
Το σκάνδαλο NOVARTIS είναι η έκφραση ενός αδιαφανούς τρόπου τιμολόγησης των
φαρμάκων, ο οποίος έχει βασιστεί σε συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα. Καθοριστικός
παράγοντας υπήρξε το γεγονός ότι η χώρα μας αποτελούσε χώρα αναφοράς για τον
καθορισμό της τιμής των φαρμάκων σε άλλες πενήντα πέντε χώρες. Κατά συνέπεια,
μια υψηλή τιμή στη χώρα μας εξασφάλιζε αυξημένα κέρδη σε άλλες πενήντα πέντε
χώρες για τις εταιρείες, οι οποίες πενήντα πέντε χώρες συνιστούν -αν θέλετε-
και τη σημαντικά μεγαλύτερη αγορά.
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο τα ασφαλιστικά ταμεία
-συμπεριλαμβανομένου και του ΕΟΠΥΥ- τα τελευταία χρόνια αποζημίωναν φαρμακεία,
φαρμακευτικές εταιρείες κ.λπ., χωρίς καμμία διαπραγμάτευση για την τιμή των
φαρμάκων, δεν είχε καμία σχέση με όσα την ίδια στιγμή ίσχυαν σε άλλες
ευρωπαϊκές χώρες. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια τεράστια εκτίναξη της
φαρμακευτικής δαπάνης μέσα και από την κατευθυνόμενη συνταγογράφηση.
Μία από τις εταιρείες -όχι πιθανά η μοναδική- για την οποία
ερευνάται ότι υπήρξε κινητήριος δύναμη σε αυτήν τη διαδικασία, ήταν, λοιπόν, η NOVARTIS. Ήδη παίρνουν τον δρόμο για τον εισαγγελέα διάφορα σοβαρά
στοιχεία για τα δελτία τιμών φαρμάκων του 2012, 2013, 2014, εκεί όπου οι
διατάξεις που προστέθηκαν στις υπουργικές αποφάσεις, οδήγησαν σε αύξηση της
τιμής συγκεκριμένων φαρμάκων -και της NOVARTIS
και άλλων- παρά την αντίθετη εισήγηση της αρμόδιας επιτροπής του ΕΟΦ.
Το ΚΕΕΛΠΝΟ και η NOVARTIS,
λοιπόν, είναι δύο κορυφαίες περιπτώσεις σκανδάλων στον χώρο της Υγείας.
Συνδέονται -κατά την εκτίμησή μας- και άτομα που συμμετείχαν σε επιτροπές
-καθηγητές, πολιτικά στελέχη- που καθοδηγούσαν την τιμολόγηση φαρμάκων και
αποτέλεσαν -αν θέλετε- σημαντικά γρανάζια του μηχανισμού διάχυσης μαύρου
χρήματος προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις στον χώρο της Υγείας.
Από ένα σημείο και μετά, αν θέλετε αποτέλεσε επιπλέον και
μηχανισμό εξαγοράς, προβολής συγκεκριμένων προσώπων μέσα από μέσα ενημέρωσης,
ώστε να εξασφαλίζεται η ευνοϊκή μεταχείριση απέναντι στους εκάστοτε υπεύθυνους
υπηρεσιακούς παράγοντες ή και σε πολιτικά στελέχη του Υπουργείου Υγείας.
Όλα αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με συγκεκριμένα
στοιχεία, έχουν δοθεί στη δικαιοσύνη. Η διαδικασία απόδοσης ευθυνών αναμένουμε
να επιταχυνθεί από τη δικαιοσύνη, η οποία τώρα έχει τον λόγο.
Επιτρέψτε μου, όμως, εδώ να απευθύνω ένα πολύ απλό ερώτημα:
Για ποιον ακριβώς λόγο κανείς από τους τότε αρμόδιους Υπουργούς, εκείνης της
περιόδου, δεν μιλάει για το θέμα αυτό; Γιατί δεν ζητούν, με μία απλή δήλωση, να
χυθεί άπλετο φως; Έχουν, μήπως, κάτι να κρύψουν; Ξέρετε, αν έστω οποιοσδήποτε
βγει και πει ότι το 2015 ή το 2016 στο Μαξίμου -που είμαι εγώ- υπήρξε όργιο
διαφθοράς, το πρώτο πράγμα που θα κάνω -και που θα έκανε οποιοσδήποτε δεν έχει
να φοβηθεί τίποτα- θα είναι να ζητήσω από τη δικαιοσύνη να επιταχύνει να βγουν
όλα στο φως.
Προφανώς εδώ έχουμε ένα πέπλο σιωπής. Προσωπικά εμένα αυτό
με βάζει σε σκέψεις. Και έχουμε ένα πέπλο σιωπής σε ό,τι αφορά και μέσα
ενημέρωσης, τα οποία, κατά τα άλλα, για ψύλλου πήδημα είναι λαλίστατα. Για αυτά
τα κορυφαία, κατά την άποψή μας, σκάνδαλα στον χώρο της Υγείας τσιμουδιά.
Νομίζω, όμως, ότι τα θέματα αυτά το επόμενο διάστημα θα μας απασχολήσουν ξανά.
Δύο λόγια μόνο να πω, γιατί νομίζω ότι εξαντλήσαμε στη
συζήτηση για την Εξεταστική Επιτροπή και το μεγάλο θέμα του περιβόητου τριγώνου
της διαπλοκής πολιτικού συστήματος - τραπεζών και μέσων ενημέρωσης. Και,
βεβαίως, να πω ότι μέσα από τη δράση του τριγώνου αυτού εκμαυλίστηκαν
συνειδήσεις στη χώρα, εκβιάστηκαν κυβερνήσεις, διαμορφώθηκαν κοινωνικοί
συσχετισμοί, επηρεάστηκαν εξελίξεις. Πολιτικοί σχηματισμοί γεννήθηκαν και
πέθαναν, επειδή αυτό το τρίγωνο το αποφάσισε. Η διαπλοκή ανέβαζε και κατέβαζε
κυβερνήσεις. Κυβερνήσεις μεγαλούργησαν στις τηλεοπτικές μας οθόνες. Πολιτικοί αντίπαλοι
λοιδορήθηκαν. Χαρακτήρες πολιτικά δολοφονήθηκαν, επειδή δεν υπέκυψαν σε
εκβιασμούς και άλλα πολλά γνωστά.
Εγώ θα πω μονάχα ότι το 1,7 δισεκατομμύριο ευρώ που δόθηκαν
με θαλασσοδάνεια σε μέσα μαζικής ενημέρωσης και σε κόμματα εξουσίας, είναι ένα
αποτέλεσμα το οποίο βγήκε από μία Εξεταστική Επιτροπή, μέσα από βαθύ και
ουσιαστικό έλεγχο που για πρώτη φορά έγινε από το Κοινοβούλιο, και αποτελεί
αδιάσειστο στοιχείο για το μεγάλο πάρτι που έγινε στη χώρα με δημόσιο χρήμα
μέσω του τραπεζικού δανεισμού.
Αναρωτιέται κανείς: Πού ήταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί στον
τόπο; Πού ήταν η δικαιοσύνη; Πού ήταν η ανεξάρτητη δημοσιογραφία της σφοδρής
κριτικής στην εξουσία όταν γινόντουσαν όλα αυτά;
Θα κλείσω, κυρίες και κύριοι με μία αναφορά σε ένα θέμα που
αφορά και εμάς αλλά και το σύνολο αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε
«σύμπλεγμα της εξουσίας στην Ελλάδα» και θα ακούσω με μεγάλη προσοχή μετά τον
κ. Θεοδωράκη για να απαντήσω σε όλα τα ερωτήματα και ενδεχομένως σε κάποια που
έβαλε επιπροσθέτως της γραπτής του ερώτησης και στην πρωτολογία του.
Θέλω να αναφερθώ στη μεταρρύθμιση που η δική μας Κυβέρνηση
επιχείρησε στο θεσμό του «πόθεν έσχες». Με δικό μας νόμο κατέστη υποχρεωτική η
δήλωση για όλους τους υπόχρεους, πράγμα που διευκολύνει τη διασταύρωση
στοιχείων με τις φορολογικές δηλώσεις.
Την ίδια στιγμή επαναφέραμε την αρμοδιότητα ελέγχου για τους
περισσότερους υπόχρεους στην Ανεξάρτητη Αρχή για το ξέπλυμα, ενώ σε ό,τι αφορά
το «πόθεν έσχες» των πολιτικών, που παραμένει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής
της Βουλής, φροντίσαμε ώστε να ενισχύσουμε την ανεξαρτησία αυτής της Επιτροπής.
Πλέον μόλις τα τρία από τα εννιά μέλη της Επιτροπής προέρχονται από το
Κοινοβούλιο, διότι, ως γνωστό, ο λαός μας λέει «κόρακας κοράκου μάτι…». Έτσι,
λοιπόν, οι έξι από τους εννιά είναι είτε δικαστές είτε ανεξάρτητοι λειτουργοί.
Το τρίτο σημείο είναι η απόλυτη διαφάνεια μέσω της
δημοσιότητας, ενώ το τέταρτο στοιχείο της μεταρρύθμισης αφορά την υποχρέωση
δήλωσης όλων των κινητών μεγάλης αξίας, αλλά και των μετρητών που βρίσκονται
εκτός τραπεζικών λογαριασμών. Και ειλικρινά δεν κατανοώ την αντίδραση ορισμένων
σε αυτές τις πρωτοβουλίες.
Το βέβαιο, λοιπόν, είναι ότι αυτή η Κυβέρνηση, μέσα σε
λιγότερο από δύο χρόνια, έχει κάνει πολύ περισσότερα απ’ όσα έκαναν για την
καταπολέμηση της διαφθοράς και τη διαφάνεια οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της
Νέας Δημοκρατίας σχεδόν σε σαράντα χρόνια διακυβέρνησης.
Προφανώς δεν τα έχουμε υλοποιήσει όλα όσα θα θέλαμε να
έχουμε υλοποιήσει. Όμως, είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε περισσότερα για το
θεσμικό πλαίσιο της χρηματοδότησης των κομμάτων, για την ενίσχυση των
εισαγγελικών αρχών, για την ενοποίηση των ελεγκτικών σωμάτων, για την
αναβάθμιση των γραφείων εσωτερικού ελέγχου των Υπουργείων, για την απλοποίηση
των διαδικασιών.
Είμαστε ανοικτοί, κύριε Θεοδωράκη, σε προτάσεις, οι οποίες
θα μπορούσαν να είναι εποικοδομητικές.
Αυτό, όμως, που θα ήθελα να πω κλείνοντας, είναι ότι η
πάταξη της διαφθοράς και η θεσμική θωράκιση του κράτους δεν είναι μόνο θέμα, αν
θέλετε, οικονομικής αποτελεσματικότητας, αλλά είναι θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης
και ισότητας. Και αυτό που πρωτίστως χρειάζεται είναι πολιτική βούληση να
αγνοήσουμε το πολιτικό κόστος, γιατί αυτές οι επιλογές έχουν μεγάλο πολιτικό
κόστος.
Η δέσμευσή μας και απέναντι στο Κοινοβούλιο και απέναντι
στον ελληνικό λαό είναι να μην λογαριάσουμε το πολιτικό κόστος και να
προχωρήσουμε με αποφασιστικότητα στη θεσμική θωράκιση απέναντι στα φαινόμενα
της διαφθοράς και της διαπλοκής.
Αυτή είναι η δέσμευσή μας απέναντι στον ελληνικό λαό και
αυτήν τη δέσμευση θα την τηρήσουμε στο ακέραιο».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου