ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ - ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ «ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ»

 

Εδώ σε αυτό το κτίριο, Ρ. Φεραίου και Αγ. Νικολάου, στο ξενοδοχείο ΕΛΛΑΣ, διανυκτέρευσαν οι πρώτοι Γερμανοί εισβολείς το βράδυ της 26ης Απριλίου 1941, που κατέλαβε την Πάτρα η στρατιά του Ντίτριχ. Στο ίδιο κτίριο στις 4 Οκτωβρίου 1944 εγκαταστάθηκε ο Απελευθερωτικός Στρατός του ΕΛΑΣ, που απελευθέρωσε την πόλη.

 

Στις 26 Απριλίου 1941, η είσοδος των Γερμανικών στρατευμάτων στην Πάτρα είναι γεγονός. Ο κλάδος των Γερμανών, υπό την διοίκηση του Βίλχελμ Ζίγκμουντ Βάλτερ Λιστ[1]  που είχε ορισθεί να κατευθυνθεί στην Πελοπόννησο, έφθασε, μέσω της οδού Ιωαννίνων-Αντιρρίου στην Πάτρα όπου και την παρέλαβε από τις αρχές της πόλης. Μία ημέρα μετά κατελήφθη και η Αθήνα, από τις δυνάμεις που ακολούθησαν την ανατολική οριογραμμή της χώρας, μέσω της οδού Θεσσαλονίκης Αθηνών.

Τα γεγονότα που προηγήθηκαν είναι κατατοπιστικά και η ακολουθία τους πυκνή.

Μάλιστα υπό δυσμενείς πολιτικές και στρατιωτικές συνθήκες φθάνοντας στις μέρες προ της κήρυξης του πολέμου από την Ιταλία στην Ελλάδα ο ίδιος ο Μεταξάς, στο συμβούλιο αντιστράτηγων που συγκάλεσε τον Μάιο του 1940, φέρεται, σύμφωνα με μαρτυρίες, να είπε ότι «η σύρραξις η οποία θα μας επιβληθεί θα είναι βραχυχρόνιος και θα τελειώσει εντός ολίγων ημερών».

Στην επίσημη πολεμική έκθεση για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, που συνέταξε ο στρατηγός Γεωργούλης, αναφέρει ότι ο Αλεξ. Παπάγος, αρχηγός του Στρατού, του είχε πει τις παραμονές του πολέμου:

«Επί των ελληοναλβανικών συνόρων συνεχίζονται συγκεντρώσεις ιταλικού στρατού. Δεν αποκλείεται να ευρεθώμεν προ αιφνιδιαστικής επιθέσεως των Ιταλών. Ένεκα τούτου ανασυνιστώμεν το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας εκ των Β'  και Γ'  Σωμάτων Στρατού. Θα πάτε επιτελάρχης εις το Τμήμα Στρατιάς και έχετε υπ’ όψιν σας ότι αν γίνει τίποτε, πρέπει να ρίξωμε μερικές ντουφεκιές για την τιμή των όπλων...».

Όπως δε, σημειώνει ο στρατηγός Σαράφης στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ», «περισσότεροι από 600 αξιωματικοί, νέοι, ικανοί και εμπειροπόλεμοι, έμειναν αχρησιμοποίητοι μέχρι το τέλος του πολέμου, από το καθεστώς Μεταξά, λόγω της αντίθεσής τους σε αυτό. Πολλοί από αυτούς στρατεύτηκαν αργότερα στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης»[2].

«Η δικτατορία εισέπραξε τεράστια ποσά από εράνους που διεξήγαγε και αναγκαστικές εισφορές που επέβαλλε για να εξασφαλίσει την πολεμική προπαρασκευή και την εξωτερική ασφάλεια της χώρας. Πέρα από τους πόρους αυτούς, την περίοδο 1936-1940 από τον προϋπολογισμό διατέθηκαν περίπου 12 δισ. δραχμές για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Με όλα αυτά αγοράστηκαν μερικές δεκάδες αντιαεροπορικά, 50.000 όπλα μάζουερ, 400 πολυβόλα, 200 οπλοπολυβόλα, 300 φορτηγά αυτοκίνητα και ένας μικρός αριθμός αεροπλάνων. Από τα ίδια ποσά χρηματοδοτήθηκε η γραμμή Μεταξά στη Μακεδονία -ένα σύνολο ασύνδετων μεταξύ τους οχυρών με σκοπό την αναχαίτιση βουλγαρικής επίθεσης- και επιδιορθώθηκε μέρος του παλιού πολεμικού υλικού. Το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού που αγοράστηκε ήταν γερμανικής προέλευσης, από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και σε μεγάλο βαθμό άχρηστο. Αποτέλεσμα ήταν οι μονάδες στο αλβανικό μέτωπο να βρεθούν χωρίς πυρομαχικά, εφόδια και μέσα»[3].

Εντούτοις στο υπουργικό συμβούλιο του Αυγούστου 1940, λίγο πριν την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης, επικράτησε ηττοπάθεια και μόνον ο υπουργός Μαυρουδής τάχθηκε υπέρ των θέσεων του Μεταξά, ο οποίος γνώριζε ότι τυχόν υποχώρησή του στο ιταλικό τελεσίγραφο θα τον έφερε απέναντι στην λαϊκή αγανάκτηση, αν και ο ίδιος είχε δώσει γραμμή στις λογοκριμένες εφημερίδες να επιτίθενται κατά του ιταλικού λαού, αλλά όχι κατά του φασιστικού καθεστώτος! Σύμφωνα με βρετανικές πληροφορίες ο Παπάγος, αρχηγός του ΓΕΣ, ο Μαυρουδής, υπουργός Εσωτερικών και ο Αποστολίδης, υπουργός Οικονομικών ήταν διατεθειμένοι  να παραδώσουν εάν χρειάζονταν την Ήπειρο στους Ιταλούς! [4]

Κι όμως με την κήρυξη της ιταλικής επίθεσης η κυβέρνηση  έμεινε όπως ήταν, διόρισε αρχιστράτηγο τον γνωστό αντιστράτηγο Παπάγο, καίτοι ήξερε την μικρή αξία του και τούτο γιατί ήταν πιστός σ’ αυτή και άνθρωπος του παλατιού. Τόσο καλά τον ήξερε, ώστε ταυτόχρονα με τον διορισμό του έβγαλε και ανακοινωθέν με το οποίο απαγόρευε κάθε κριτική για τον αρχιστράτηγο! [5]

Ευρισκόμενο στην άκρη το ακραίο φιλοβασιλικό στρατιωτικό κατεστημένο, προσπαθεί να ανατρέψει τον Μεταξά και αποτυγχάνοντας, οι ηγέτες του συλλαμβάνονται και εκτοπίζονται ή τίθενται υπό περιορισμό. Μεταξύ αυτών οι στρατηγοί  Δράκος, Πιτσίκας, Δεμέστιχας, Πλατής, αλλά και οι πολιτικοί Τζων Θεοτόκης, Ρέππας, Ιω. Ράλλης, Μαυρομιχάλης, Σκυλακάκης κ.α., ενώ ο Παπάγος συνεργάστηκε υπό όρους με τον Βασιλιά Γεώργιο, τακτική που τον έφερε στο ύπατο αξίωμα της χώρας, στο τέλος της δεκαετίας του ΄40.

Ακολούθως μέρος των αποτυχόντων στρατιωτικών στράφηκε στους Γερμανούς, ενώ άλλο μέρος  στους Βρετανούς ζητώντας την υποστήριξή τους για την ανατροπή του Μεταξά. Αυτός ο προσανατολισμός  του ακροδεξιού φιλοβασιλικού στρατιωτικού κατεστημένου οδήγησε αργότερα σε διάσπαση φιλοβρετανών και φιλογερμανών! Η δε κίνηση των φιλογερμανών αργότερα στην κατοχή, ενισχύθηκε από τα φιλομεταξικά στοιχεία, που ιδεολογικά ήταν κοντά στον γερμανικό άξονα!

Και μετά την κατάρρευση του μετώπου με την εισβολή των Γερμανών, η δικτατορία αποσυντέθηκε, με δεδομένο και τον θάνατο του Μεταξά  στις 29 Ιανουαρίου 1941 και απαξιώθηκε ηθικά και πολιτικά, αφού κυριάρχησε ο πανικός, η ηττοπάθεια, η προδοσία και η αυτομολία. Η επιρροή των Βρετανών είχε διαβρωθεί, αντικαταστάθηκε από την γερμανική και το μακεδονικό μέτωπο κατέρρευσε.

Οι νικητές του Αλβανικού μετώπου, αξιωματικοί και στρατιώτες, φοβούνται ότι η μη σύναψη ανακωχής με την σιδηρά πολεμική μηχανή της Γερμανίας μπορεί να τους οδηγήσει στην ατιμωτική αιχμαλωσία και στην  είσοδων των νικημένων Ιταλών στο ελληνικό έδαφος, ως νικητών![6]  Κι έτσι να αμαυρωθεί η τιμή του ελληνικού στρατού. Γιαυτό παραμονές εισόδου των Γερμανών  στην πρωτεύουσα ο στρατηγός Γ. Μπάκος και ο αντιστράτηγος Γ. Δεμέστιχας, διοικητές Α΄ και Β΄ Σώματος Στρατού αντίστοιχα, με πρωτοστατούντα τον Γ. Τσολάκογλου στρατηγό διοικητή της Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και ακολουθόντος του διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Πιτσίκα, μετά από επανειλημμένες οχλήσεις στην στρατιωτική διοίκηση της πρωτεύουσας, όπου ο στρατηγός διοικητής Αλ. Παπαπάγος, ζητούν σύναψη ανακωχής  με τους Γερμανούς. Αρνουμένου του Παπάγου που ζητούσε αντίσταση λίγων ακόμη ημερών στο μέτωπο Ηπείρου, ώστε να βρει χρόνο συντεταγμένης  αποχώρησης το εκστρατευτικό Βρετανικό Σώμα των 62 χιλιάδων ανδρών, μέρος του οποίου κρατούσε άμυνα στις Θερμοπύλες και κινδύνευε να αιχμαλωτιστεί από τους Γερμανούς. Ωστόσο ο Μητροπολίτης Ιωανίνων Σπυρίδων, ένθερμος πρωτοστάτης της συγκρότησης Βορειο-Ηπειρωτικού κράτους, παρακινούσε τους στρατηγούς για συγκρότηση Κυβέρνησης στα Ιωάννινα υπό τον Τσολάκογλου και αγνόηση της νόμιμης ελληνικής κυβέρνησης. Κάτι που επετεύχθη  με την συμβολή του Γερμανόφιλου επιτελάρχη του Γ' Σώματος Στρατού Χρυσοχόου, που έστειλε πλαστό τηλεγράφημα συναίνεσης του Παπάγου, από το τηλέτυπο του υπ. Εξωτερικών εν αγνοία του Διοικητή Παπάγου. Αυτό χρησίμευσε για να πιστούν όσοι αντιδρούσαν στην συνθηκολόγηση και κυρίως του στρατηγού Τσολάκογλου, που συνιστούσε αναμονή εξελίξεων μη θέλοντας να επωμισθεί όλο το βάρος μίας συνθηκολόγησης[7] .

 

 

20 Απριλίου 1941, Βοτονόσι Ιωαννίνων, κοντά στο Μέτσοβο, ο Γερμανός υποστρατ. Διοικητής των SS Leibstandarte, Sepp Dietrich (Ντίτριχτ) συζητά με Έλληνες αξιωματικούς την παράδοση της Στρατιάς Ηπείρου-Μακεδονίας.

 

Πρώτο μέλημα των στρατηγών ήταν να στείλουν κήρυκες στους Γερμανούς για συνθηκολόγηση. Στην αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο τότε συνταγματάρχης Πυροβολικού Ν. Μπαλής, ο μόνιμος εξ εφέδρων αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού Γ. Λαγάς και ο επίλαρχος Κ. Βλάχος. Στην συνάντηση της αντιπροσωπείας με τον υποστράτηγο Ντίντριχτ, τους αντιπροτάθηκε να γίνει επαφή άμεση με τον Τσολάκογλου.

Συναντήθηκαν και η ανακωχή υπογράφηκε στις 20 Απριλίου 1941 στην τοποθεσία Βοτονόσι  Ιωαννίνων, κοντά στο Μέτσοβο με τον διοικητή του Σώματος «Σωματοφυλακή Ες-Ες Αδόλφος Χίτλερ» υποστράτηγο Γιόζεφ Ζεπ Ντίτριχτ[8]. Η ελληνική πλευρά έθεσε προϋπόθεση για την παράδοση  την αναγνώριση της τιμής του ελληνικού στρατού, την μη είσοδο των Ιταλών στη χώρα, την μη αιχμαλωσία των ελληνικών δυνάμεων και τον μη αφοπλισμό τους. Τα παραπάνω έγιναν δεκτά από τον Ντίντριχτ, εκτός του τελευταίου και υπεγράφη πρωτόκολλο παράδοσης στις 20 Απριλίου 1941.

 Αλλά και αυτό ακυρώθηκε μόλις πληροφορήθηκε τη συνθηκολόγηση ο στρατάρχης Ζίγκμουντ Βίλχελμ Λιστ[9], διοικητής της γερμανικής 12ης Στρατιάς, και απαίτησε σαφέστερη και σκληρότερη διατύπωση την οποία ο Τσολάκογλου τελικά υπέγραψε.



[1] Γερμανός στρατάρχης που καταδικάστηκε για εγκλήματα πολέμου.

[2] Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι με αφορμή το αποτυχημένο κίνημα των φιλοβενιζελικών στρατηγών της 1ης Μαρτίου 1935, που έγινε υπό τον φόβον παλινόρθωσης του βασιλιά Γεωργίου Β', άνοιξε στη δημόσια συζήτηση το υφέρπον ζήτημα παλινόρθωσης, ακολούθησαν αποτάξεις πολλών αξιωματικών, τους οποίους πια εκτός στρατεύματος ψωμοδοτούσε ο Ελευθ. Βενιζέλος, που μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος βρισκόταν στο Παρίσι και μεθόδευε αποκλεισμό της επανόδου του Βασιλιά, και σε αντίθετη περίπτωση αμνηστεία στους αξιωματικούς του κινήματος, προσεγγίζοντας, δι επιστολών του, την μετριοπαθή πτέρυγα της κυβέρνησης Τσαλδάρη. Όμως στις 10 Οκτωβρίου1935 ξεσπά άλλο πραξικόπημα, αυτό του φιλοβασιλικού στρατηγού Γ. Κονδύλη, (ανακηρύχθηκε Πρωθυπουργός και αντιβασιλέας) σε συνεργασία με τον στρατηγό Αλέξ. Παπάγο (διορίσθηκε υπουργός Στρατιωτικών) και με ανώτερους βασιλικούς αξιωματικούς. Κατάργησαν το αβασίλευτο, επανέφεραν το Σύνταγμα του 1911, που ήταν αποτέλεσμα της αναθεώρησης του Σύντάγματος 1864 και επανέφεραν τον Γεώργιο Β'. Ο βασιλιάς, έδωσε χάρη στους αποταχθέντες βενιζελικούς αξιωματικούς, υπό την πίεση των σκληρών του κινήματος Κονδύλη και όχι αμνήστευση που θα επέφερε αυτόμαστη επαναφορά τους στο στράτευμα. Αυτή η πλειάδα των 1200 αξιωματικών τελικά όταν αναπτύχθηκε η αντίσταση στην μετέπειτα γερμανο-ιταλική κατοχή εντάχθηκαν στις τάξεις του ΕΛΑΣ.

[3] Αναφέρεται σε άρθρο του Άγγελου Τσέκερη στην εφημερίδα ΑΥΓΗ την 28 Οκτωβρίου 2022.

[4] Ο ίδιος ο Μεταξάς έγραφε στο ημερολόγιό του: «Όλοι φοβούνται. Μόνον εγώ ενεργώ». Σελ. 494. Σε αυτούς που φοβούνται συγκαταλέγονταν και μερικοί υπουργοί και ο Παπάγος. Σελ. 492.

[5] Άγγελος Τσέκερης στην εφημερίδα ΑΥΓΗ την 28 Οκτωβρίου 2022.

[6] Νικ. Μπαλή, συνταγματάρχης Πυροβολικού, Φύλλα πολεμικού ημερολογίου, Φεβρουάριος, Ιούλιος 1941, πρώην υπασπιστής του βασιλιά Γεωργιου Β' τα έτη 1938-1939. Εκδόσεις Κερπινή, Φωκίων Ζαΐμης, σελ. 99. Αθήνα 2021.

[7]  Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη, Ήρωες και Προδότες στην Κατοχική Ελλάδα, εκδόσεις Πελασγός, Αθήνα 2016, σελ. 70.

[8] Ο Ζεπ Ντίτριχτ πριν από το 1929, ήταν ο σοφέρ και σωματοφύλακας του Αδόλφου Χίτλερ, αλλά έλαβε γρήγορη προαγωγή μετά τη συμμετοχή του στις εξωδικαστικές εκτελέσεις των πολιτικών αντιπάλων των SA κατά την εκκαθάριση του 1934, γνωστή ως Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του στρατηγού της Waffen-SS, χωρίς να περάσει από εκπαίδευση σε στρατιωτική σχολή.

Διοίκησε την 6η Στρατιά τεθωρακισμένη Στρατιά πάντσερ κατά τη διάρκεια της μάχης των Αρδενών. Μετά τον πόλεμο φυλακίστηκε από τους συμμάχους για εγκλήματα πολέμου και αργότερα από τη Δυτική Γερμανία για τη συμμετοχή του στη νύχτα των μεγάλων μαχαιριών του 1934.

Ο Ζεπ Ντίτριχ γεννήθηκε στις 28 Μαΐου 1892 στο Χάβανγκεν στο Βασίλειο της Βαυαρίας,Το 1911 εντάχθηκε στον Βαυαρικό στρατό. Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προήχθη στο βαθμό του Δεκανέα το 1917 και του απονεμήθηκε ο Σιδηρούς Σταυρός Β΄ τάξης. Το 1918 προήχθη στον βαθμό του λοχία και του απονεμήθηκε ο Σιδηρούς Σταυρός Α΄ τάξης και το Βαυαρικό Στρατιωτικό Μετάλλιο 3ης τάξης με ξίφη. (Snyder 1994, σελ. 66. Zentner & Bedurftig 1997, σελ. 197. Ailsby 1997, σελ. 33). (Zentner & Bedurftig 1997, σελ. 197).

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ντίτριχ εργάστηκε ως αστυνομικός και τελωνειακός υπάλληλος, προσέγγισε την ιδεολογία του ναζισμού  και εντάχθηκε στο Ναζιστικό Κόμμα (NSDAP) το 1928. Αργότερα έγινε διοικητής της προσωπικής σωματοφυλακής, επιλεγμένης από τις τάξεις της Schutzstaffel (SS), του Χίτλερ. Στις 5 Ιανουαρίου 1930, ο Ντίτριχ εξελέγη στο Ράιχσταγκ ως εκπρόσωπος της Κάτω Βαυαρίας. Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία. Έγινε διοικητής της Σωματοφυλακής SS Aδόλφος Χίτλερ (LSSAH) και ένας από τους κοντινούς ανθρώπους του Χίτλερ.  Το καλοκαίρι του 1934 ο Ντίτριχ διαδραμάτισε βασικό ρόλο στη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών. Ο Χίτλερ, μαζί με τον Ντίτριχ και μια μονάδα της Σωματοφυλακής του, ταξίδεψαν στο Μπαντ Βίσζεε για να επιβλέψουν προσωπικά τη σύλληψη του Ερνστ Ρεμ, γραμμ. του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας, στις 30 Ιουνίου 1933. Το απόγευμα ο Ντίτριχ έλαβε διαταγή από τον Χίτλερ για να σχηματίσει μια «ομάδα εκτέλεσης» και να μεταβεί στη φυλακή του Στάντελχαϊμ όπου κρατούνταν ορισμένοι ηγέτες της Sturmabteilung (SA). Εκεί στην αυλή της φυλακής, η ομάδα εκτέλεσης της LSSAH πυροβόλησε πέντε στρατηγoύς της SA και έναν συνταγματάρχη. Λίγο αργότερα, ο Ντίτριχ προήχθη σε SS-Obergruppenführer, τον ανώτατο τότε βαθμό των SS. Πρωταγωνίστηκε στην Δουνκέρκη  σε παραβίαση διαταγής του Χίτλερ και γι αυτό τιμήθηκε. Για τις δολοφονίες αιχμαλώτων που διέπραξε ο Ντίτριχ τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού, από το ναζιστικό καθεστώς.

Ο Ντίτριχ παρέμεινε στη διοίκηση της LSSAH κατά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, προτού προαχθεί για να διοικήσει το Α΄  Σώμα Πάντσερ SS, που είχε υπαχθεί στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου, στο Ανατολικό Μέτωπο. Το 1943, απεστάλη στην Ιταλία για να πάρει πίσω την ερωμένη του Μπενίτο Μουσολίνι, Κλαρέττα Πετάτσι, που είχε συλληφθεί από τους Ιταλούς παρτιζάνους. (Ailsby 1997, σελ. 33).

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας στην Δουκέρκη, η LSSAH ήταν υπεύθυνη για δολοφονία αιχμαλώτων πολέμου στη σφαγή του Wormhoudt. (Flaherty 2004, σελίδες 143, 154).

Στις 17 Δεκεμβρίου 1944, η υπό τις διαταγές του Ντίτριχ Ομάδα Μάχης Πάιπερ δολοφόνησε 84 αιχμάλωτους στρατιώτες των Η.Π.Α. κοντά στο Μαλμεντύ του Βελγίου, στη γνωστή ως σφαγή του Μαλμεντύ.  (Snyder 1994, σελ. 66).

Στην απόβαση της Νορμανδίας τον Αύγουστο του 1944, στις 14, είναι εγκατεστημένος στο Μπερναί  και στις 15 του μηνός τον βρίσκουμε να ηγείται της νεοσχηματισμένης 5ης Στρατιάς, εγκατεστημένος στο αρχηγείου του στο Σαιν Ζερμαίν Γαλλίας. (Wilhelm Von Schramm, Γερμανοί Στρατηγοί κατά του Χίτλερ, έκδ. Σωτ. Παπατζή, σ. 222 και 227, Αθήνα, 1969)                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

Τον Μάρτιο του 1945, μετά την ήττα της Γερμανίας στην Νορμανδία, η 6η Στρατιά Πάντσερ SS και η LSSAH υποχώρησαν στην περιοχή της Βιέννης. Διατάχθηκαν από τον Χίτλερ για να αφαιρέσουν από τη στολή τους  τα επιγράμματα πού έφεραν το όνομα του Αδόλφου Χίτλερ και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τη Βιέννη υπό την πίεση του Σοβιετικού Στρατού. Ο Ντίτριχ, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, παραδόθηκε στις 9 Μαΐου 1945 στην αμερικανική 36η Μεραρχία Πεζικού στην Αυστρία.

Συνελήφθη από τους αμερικανούς και πέρασε στρατοδικείο που τον καταδίκασε ισόβια ενώ σε δεύτερο βαθμό μετατράπηκε η ποινή σε 25 χρόνια. Υπηρέτησε μόνον 10 χρόνια και απελευθερώθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1955. Συνελήφθη πάλι  τον Αύγουστο του 1956 και κατηγορήθηκε για το ρόλο του στη δολοφονία των ηγετών της SA κατά τη διάρκεια της Νύχτας των μεγάλων μαχαιριών το 1934. Στις 14 Μαΐου 1957 καταδικάστηκε σε 19 μήνες. (Στοιχεία από Βικιπαίδεια). Απελευθερώθηκε λόγω καρδιακής πάθησης και προβλημάτων κυκλοφορίας στα πόδια του στις 2 Φεβρουαρίου 1958.

Στις 12 Απριλίου 1966 ο Ντίτριχτ πέθανε από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 74 ετών. (Με στοιχεία και από την Βικιπαίδεια).

[9] Ο Βίλχελμ Ζίγκμουντ Βάλτερ Λιστ ήταν Γερμανός αξιωματικός της Βέρμαχτ (από το 1940 Στρατάρχης) κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τη χαμένη για τους Βρετανούς μάχη της Γαλλίας. Ο Λιστ σε ηλικία 18 χρόνων εισήλθε στη στρατιωτική υπηρεσία το 1898, αν και δεν φοίτησε σε κάποια στρατιωτική σχολή. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε κυρίως σε επιτελικές θέσεις. Ως διοικητής της 12ης Στρατιάς κατά τον Β' ΠΠ, ήταν Ανώτατος Διοικητής των γερμανικών δυνάμεων στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, της Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Ανέλαβε αρχηγός του στρατηγείου Βαλκανικής, κατόπιν τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Α» στη νότια Σοβιετική Ένωση το καλοκαίρι του 1942. Η αποτυχία του όμως να καταλάβει τον Καύκασο σήμανε και το τέλος της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, σε ηλικία 62 ετών, κι αφού απολύθηκε, τέθηκε στην εφεδρεία χωρίς να επανενεργοποιηθεί. Λίγες ημέρες πριν τη λήξη του πολέμου συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και το 1947 ήταν ο κύριος κατηγορούμενος στη λεγόμενη «Δίκη των Ομήρων». Καταδικάστηκε σε δίκη στη Νυρεμβέργη,  για μαζικές δολοφονίες πολιτών, απαγωγές ομήρων για αντίποινα και για τον φόνο και την κακομεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου.  Λόγω των εκτελέσεων ανταρτών και αμάχων την περίοδο που ήταν Ανώτατος Διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης του επεβλήθη ισόβια κάθειρξη, το 1948,  από την οποία απελευθερώθηκε στις 24 Δεκέμβρη του 1952 για λόγους υγείας, έχοντας εκτίσει πέντε χρόνια. Το 1957, οι ΗΠΑ του αρνήθηκαν την είσοδο στην Ιταλία για λόγους υγείας. Επέστρεψε στον τόπο κατοικίας του στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν όπου και έζησε υπό μερικό περιορισμό ως τον θάνατό του στις 16 Αυγούστου 1971, σε ηλικία 91 ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: