Δεν χάνει ευκαιρία να πανηγυρίζει για την κατάσταση στην αγορά Εργασίας η Νίκη Κεραμέως, καθώς μπαίνει στην τελική ευθεία το σχέδιο νόμου για την «ιστορική» -όπως η ίδια τη χαρακτηρίζει- «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».
Το μεσημέρι της Δευτέρας 9.2.26, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, η υπουργός Εργασίας δήλωσε απορημένη για την κριτική που ασκεί η προοδευτική αντιπολίτευση στο σχέδιο νόμου, το οποίο χαρακτήρισε πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ενώ έχει καταδειχθεί ότι η χώρα μας αναγκάστηκε να εναρμονιστεί στην αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Οδηγία, η οποία ζητάει από τα κράτη - μέλη να λάβουν μέτρα για την κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) σε ποσοστό 80%.
Στη χώρα μας, το ποσοστό αυτό φτάνει μόλις το 24%! Το οποίο κατατάσσει την Ελλάδα δεύτερη από το τέλος στην ΕΕ Ενώ, σχεδόν 3 στους 10 μισθωτούς ιδιωτικού τομέα (28,27%), το 2025 είχε μικτές αποδοχές κάτω ή γύρω από τον κατώτατο μισθό των 880 ευρώ.
Η «υπουργός του 13ωρου», όπως τη χαρακτηρίζει η αντιπολίτευση, θριαμβολόγησε για τη μείωση της ανεργίας στο «ιστορικά δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό» (7,5%) και την αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ (μικτά).
Χρησιμοποιεί με παραπλανητικό τρόπο μόνο τα στοιχεία που στηρίζουν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης για «περισσότερες και καλύτερες δουλειές». Τα οποία δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα της ακραίας επισφάλειας που βιώνουν οι εργαζόμενοι στη χώρα μας.
Η οποία είναι προτελευταία σε επίπεδο ΕΕ με μέσο όρο μισθών στο 30%. Και ενώ πράγματι έχει καταγραφεί μία ονομαστική αύξηση των μισθών, γύρω στο 3,7%, το πραγματικό εισόδημα (σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος) μειώθηκε κατά 3,3%.
Την ίδια στιγμή, ο κατώτατος μισθός στη χώρα μας είναι ο μικρότερος σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ενώ ο δείκτης φτώχειας στην Ελλάδα έχει φτάσει στο 26%.
Αποτέλεσμα; Το Κεφάλαιο φαίνεται ότι αυξάνει το μερίδιό του σε ποσοστό του ΑΕΠ, από το 45% στο 50%. Αντίθετα, το μερίδιο της Εργασίας από το 40% κατρακύλησε επί κυβέρνησης Μητσοτάκη στο 35%.
Τι «ξεχνάει» η Ν. Κεραμέως
Η υπουργός Εργασίας τονίζει ότι το σχέδιο νόμου για τις ΣΣΕ, το οποίο θα εισαχθεί την ερχόμενη Πέμπτη (12.2.26) στην Ολομέλεια της Βουλής, συνιστά αποτέλεσμα επτάμηνης διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.
Μοιάζει μάλλον με σαρκασμό, εφόσον η μία πλευρά αυτής της διαπραγμάτευσης είναι ο (ακόμα) πρόεδρος της ΓΣΣΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση έπειτα από την εμπλοκή του ονόματός του σε υπόθεση φερόμενης υπεξαίρεσης κοινοτικών και εθνικών κονδυλίων.
«Η συμφωνία είναι με τον θεσμικό κοινωνικό εταίρο που είναι η ΓΣΕΕ. Οι κατηγορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας είναι πολύ σοβαρές και θα περιμένουμε την πλήρη διερεύνησή τους από τις αρμόδιες Αρχές. Πρέπει να χυθεί άπλετο φως», αρκέστηκε να σχολιάσει σχετικά η υπουργός Εργασίας.
Η οποία, μέσω διάταξης του σχεδίου νόμου, δίνει τη δυνατότητα στην πλήρως απαξιωμένη ΓΣΕΕ να υπογράφει συμβάσεις για λογαριασμό κλαδικών ομοσπονδιών. Διάταξη που απειλεί ευθέως τη συλλογική αυτονομία των αρμόδιων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η (ηγεσία της) ΓΣΕΕ μετατρέπεται έτσι σε «υπερ-εταίρο».
Ωστόσο, δεν επανέρχεται η Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δηλαδή το δικαίωμα καθορισμού του κατώτατου μισθού από τους κοινωνικούς εταίρους. Έτσι, οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την έξοδο από τα Μνημόνια, ούτε τώρα η ΓΣΕΕ δεν θα έχει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται τους μισθούς.
Μισές αλήθειες και εμπαιγμός για τους εργαζόμενους
Η Ν. Κεραμέως προτάσσει ως μεγάλη επιτυχία τη ρύθμιση για την επαναφορά της μετενέργειας. Παρενθετικά, θυμίζουμε ότι η μετενέργεια επιβάλλει τη συνέχιση της ισχύος των όρων μιας σύμβασης μετά τη λήξη ή την καταγγελία της, μέχρι την υπογραφή νέας. Κατοχυρώνει έτσι τα δικαιώματα των εργαζόμενων.
Η αντιπολίτευση στηλιτεύει το γεγονός ότι, προ μνημονίων, η διάρκεια της μετενέργειας ήταν εξάμηνη, ενώ τώρα επανέρχεται μόνο για 3 μήνες. Ενώ, με ήδη διαλυμένο εργατικό δίκαιο, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να καθυστερείται επίτηδες η υπογραφή νέας ΣΣΕ και στο διάστημα αυτό ο εργοδότης υπό την απειλή της απόλυσης να μετατρέπει τις συμβάσεις σε ατομικές, με χειρότερους όρους για τους εργαζόμενους, μέσω της κατάχρησης του διευθυντικού δικαιώματος.
Σημείο – κλειδί και βασική αιχμή στην κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης είναι η μη επαναφορά τη δυνατότητας που είχαν τα συνδικάτα για μονομερή προσφυγή στην διαιτησία (ΟΜΕΔ). Δυνατότητα που ξεμπλοκάρει τις περιπτώσεις αδιεξόδου κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις αντιρρήσεις τις εργοδοσίας.
Η κυβέρνηση εμπαίζει τους εργαζόμενους καθώς καταργεί το δικαίωμα που είχαν μέχρι τώρα οι οργανώσεις τους να προσφύγουν στη Δευτεροβάθμια Διαιτητική Επιτροπή. Και στη θέση της φτιάχνει ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από μέλη του ΔΣ του ΟΜΕΔ. Η Επιτροπή αυτή θα κρίνει την νομιμότητα των προσφυγών των Οργανώσεων, μόνο αναπέμποντας τα αιτήματά τους στα Δικαστήρια και καθυστερώντας έτη περαιτέρω τη σύναψη Συμβάσεων. Οι εργαζόμενοι χάνουν κάθε ελπίδα για επαναφορά της δίκαιης μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ, ενώ κινδυνεύουν να μένουν σε μισθολογικό κενό, αφού η κυβέρνηση εφευρίσκει συνεχώς τρόπους να τινάζει τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και να κάνει τα χατίρια των εργοδοτών.
Τέλος, η Ν. Κεραμέως, προσπαθώντας να αποκρούσει την κριτική ότι το σχέδιο νόμου δεν θα ωφελήσει ουσιαστικά τον κόσμο της Εργασίας, στάθηκε με επιμονή στις «θετικές αλλαγές» που διευκολύνουν την επεκτασιμότητα των ΣΣΕ (η επεκτασιμότητα είναι η διαδικασία με την οποία μια κλαδική σύμβαση κηρύσσεται γενικά υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους και εργοδότες ενός κλάδου, ακόμα και αν δεν ανήκουν στις οργανώσεις που την υπέγραψαν).
Πράγματι, με το σχέδιο νόμου μειώνεται το απαιτούμενο ποσοστό των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος, που πρέπει να απασχολούνται από τους εργοδότες που ήδη δεσμεύονται από τη συλλογική σύμβαση, από μεγαλύτερο του 50%, σε μεγαλύτερο του 40%, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερη η ενεργοποίηση της διαδικασίας επέκτασης. Προκειμένου να επιτευχθεί η επακτασιμότητα, το παραπάνω ποσοστό δεν θα λαμβάνεται υπόψη όταν η Σύμβαση συνάπτεται ή συνυπογράφεται από την Γ.Σ.Ε.Ε και όταν, από τη μεριά των εργοδοτών, συνυπογράφεται από μία εκ των αναγνωρισμένων ως ευρύτερης εκπροσώπησης ή πανελλήνιας έκτασης εργοδοτικών οργανώσεων.
Σύμφωνα με την κριτική της προοδευτικής αντιπολίτευσης, με την εν λόγω ρύθμιση δεν αίρονται οι περιορισμοί στην επεκτασιμότητα των ΣΣΕ, στη δυνατότητα, δηλαδή, που έχει ο αρμόδιος υπουργός να επεκτείνει την ισχύ μιας ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Δεν καταργείται το ποσοστό της συμμετοχής των εργαζομένων, έστω κι αν μειώνεται στο 40%. Δεν καταργείται ούτε η απαράδεκτη απαίτηση, σύμφωνα με την οποία, για να επεκταθεί μια ΣΣΕ, πρέπει να συνοδεύεται από την προσκόμιση «έκθεσης ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης για την οικονομία στον συγκεκριμένο κλάδο».
Για αυτόν τον λόγο, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (αλλά και τα περισσότερα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης), κάνει λόγο για κοροϊδία και καταψήφισε επί της αρχής το σχέδιο νόμου.
«Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι ένα σχέδιο νόμου που δεν ενθαρρύνει, ούτε ενισχύει τις Συλλογικές Συμβάσεις. Δεν ενθαρρύνει, ούτε ενισχύει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα των συνδικάτων και του κόσμου της εργασίας. Είναι δυστυχώς μια χαμένη ευκαιρία να εναρμονιστούμε με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, να αυξήσουμε την κάλυψη των εργαζόμενων από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να ανέβει ο κατώτατος και ο μέσος μισθός, να βελτιωθούν οι συνθήκες εργασίας και ζωής των εργαζομένων», όπως υπογράμμισε μεταξύ άλλων ο Τομεάρχης Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Γιώργος Γαβρήλος.
Τάσος Γιαννόπουλος για το avgi.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου