Τον χτίστη του πολιτισμού της κοινωνικής ισότητας
Γράφει
ο Κώστας Λάμπος
Διδάκτωρ των Οικονομικών Επιστημών
του Frei Universitaet Berlin
«Θα πρέπει να αναζητήσουμε τον αγώνα»,
Ο ‘Μονοδιάστατος Άνθρωπος’, το βιβλίο του Χέρμπερτ Μαρκούζε, που είδε το φως της δημοσιότητας το μακρινό 1964, έθεσε το ζήτημα του μονοδιάστατου ανθρώπου, ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης και άνοιξε μια συζήτηση που δεν έκλεισε ακόμα, επειδή δεν εξέλειπαν οι συνθήκες της αλλοτρίωσης, αντίθετα εντάθηκαν. Μια συζήτηση που, όμως, διατηρεί ολόκληρη την επικαιρότητά της αφού η μονοδιάστατη κοινωνία που τον δημιούργησε συνεχίζει να υπάρχει και να γεννοβολάει ασταμάτητα μονοδιάστατους ανθρώπους, ενώ το ζητούμενο ήταν και παραμένει ο πολυδιάστατος, δηλαδή ο ολοκληρωμένος, άνθρωπος, που συγκεντρώνει την εργασία, την επιστήμη και τον πολιτισμό σε μια ενιαία προσωπικότητα, στον ολοκληρωμένο και πολυδιάστατο σύγχρονο άνθρωπο ως κοινωνική οντότητα. Ως προϊόν μιας μονοδιάστατης, ολοκληρωτικής και καταπιεστικής κοινωνίας, ο μο0νοδιάστατος άνθρωπος, έχει χάσει την ικανότητα της κριτικής σκέψης, συνεπώς και το ενδιαφέρον του για αναζήτηση ενός δικαιότερου κόσμου και για ευτυχία χωρίς το τίμημα της απώλειας της Εαυτότητάς του εντός του κοινωνικού Είναι. Μιμείται και υποτάσσεται στην άρχουσα ελίτ, μεταλλασσόμενος σε φανατικό οπαδό και νάρκισσο που ξεκόβεται από το κοινωνικό του Είναι, παθητικοποιείται και ως εθισμένος καταναλωτής υλικών και πνευματικών σκουπιδιών, ενσωματώνεται στο κυρίαρχο σύστημα παραγωγής, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αντίστασή του απέναντι στους εκάστοτε εξουσιαστικούς μηχανισμούς μέχρι που αναλαμβάνει ακόμα και την ιδεολογική και πολιτική υπεράσπιση των αλλοτριωτών και δημίων του. Κι’ όλα αυτά την στιγμή που οι σύγχρονες επιστήμες και τεχνολογίες θα μπορούσαν, υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της εργασίας της επιστήμης και του πολιτισμού, να εξαλείψουν τη φτώχεια και τη δυστυχία, αντί να γίνονται αλυσίδες υποταγής τους στο κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστημα. Η ατομική ιδιοκτησία μετατρέπει την οικονομία σε πολεμική οικονομία για την εξουσία και παράγει όπλα αντί για ψωμί, παιδεία και ελευθερία. Στο μεταξύ και για όλους τους παραπάνω λόγους, η μονοδιάστατη καπιταλιστική κοινωνία έχει μπει για τα καλά στο στάδιο της παρακμής της, πράγμα που προβληματίζει σοβαρά όλο και περισσότερο, όλο και περισσότερους εκ των μονοδιάστατων ‘ζωντανών εργαλείων’, με κατάληξη τον αναπροσανατολισμό τους με στόχο τον επαναπροσδιορισμό τους σε σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα. Ως εκ τούτου γίνεται προφανές πως το επαναστατικό ζητούμενο της εποχής μας, είναι μια ριζική αλλαγή στην ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών που θα μας οδηγήσουν από τον μονοδιάστατο άνθρωπο της ‘νόθας συνείδησης της υποταγής’ στον πολυδιάστατο άνθρωπο, της ‘Μεγάλης Άρνησης’ του καπιταλισμού. Ο σύγχρονος, ο πολυδιάστατος και ολοκληρωμένος άνθρωπος μπορεί να εργάζεται ως επιστήμονας που ταυτόχρονα γεύεται και δημιουργεί έργα πολιτισμού. Μελετάει, αυτομορφώνεται, ενημερώνεται και έχει ευρεία αντίληψη για τον κόσμο και την κοινωνία, γνωρίζει πως η ελευθερία του τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία των άλλων, έχει αναπτυγμένη την ενσυναίσθηση και υψηλή αίσθηση της ευθύνης, αυτοσεβασμό και αυτονομία σκέψης, ώστε να αρνείται την τυφλή υποταγή σε δόγματα, ιδεολογίες και οργανώσεις με ιεραρχική δομή και διεκδικεί έναν καλύτερο κόσμο που θα έχει κέντρο του τον άνθρωπο και θα λειτουργεί με τις αρχές και τις αξίες του αμεσοδημοκρατικού, αταξικού ουμανισμού.
Αυτή η Μεγάλη Άρνηση δεν μπορεί παρά να αρχίζει από την πλήρη απόρριψη του περιττού καταναλωτισμού που συστηματικά και σκόπιμα μας μετατρέπει σε καταναλωτικές μηχανές άχρηστων υλικών και πνευματικών εμπορευμάτων και υπηρεσιών που μας αποπροσανατολίζουν και μας βλάπτουν αποφέροντας κέρδος και εξουσία στις ‘αγορές’ και στους καπιταλιστές. Αντίθετα περιοριζόμενοι στην λιτότητα του ‘μέτρον άριστον’ και στα απόλυτα, για την επιβίωσή μας, αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες, κερδίζουμε πολύτιμο χρόνο για τον εαυτό μας, η δημιουργική αξιοποίηση του οποίου θα μας βοηθήσει να σταθούμε απέναντι σε ότι μας καταστρέφει. Οπότε, ως πολυδιάστατες οντότητες και συλλογικότητες να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε όλα όσα χρήσιμα μας έχουν στερήσει ενώ μας ανήκαν, γιατί εμείς ως δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού τα δημιουργήσαμε. Αυτή η συνειδητή αποστασιοποίησή μας από ψεύτικες τεχνητές ανάγκες και η ορθολογική συμπεριφορά μας θα μας οδηγήσει σε μια διαφορετική αντίληψη για τον κόσμο, την κοινωνία και την σχέση μας μαζί τους. Αντίληψη, η οποία, εξελισσόμενη σε μια νέα αντικαπιταλιστική κοινωνική συνείδηση, θα επανακαθορίσει την στάση μας απέναντι στους θεσμούς, στις δομές και στην λειτουργία της κοινωνίας που ζούμε, με αναφορά στην κοινωνία στην οποία θα θέλαμε και θα μπορούσαμε να ζούμε. Έτσι χωρίς την νοσηρή καταπίεση των πολλών από τους λίγους και χωρίς την τεχνητά και σκόπιμα παρένθετη ‘υπερβατικότητα’, θα μπορεί να επιλέξει τον μόνο ασφαλή δρόμο της αυτογνωσίας και της αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου και να συμβάλλει με την συμμετοχή του στον Μεγάλο, Αταξικό, Ουμανιστικό Μετασχηματισμό της εκάστοτε κοινωνίας και συνολικά της ανθρωπότητας.
Το έτος 1932, έτος της πρώτης δημοσίευσης των ‘Νεανικών, Οικονομικών και Φιλοσοφικών, Χειρογράφων του νεαρού Μαρξ, αποτελεί ένα ορόσημο σημαντικό για την μαρξική πολιτική φιλοσοφία, γιατί, πέρα από τον ώριμο πραγματιστή φιλόσοφο Μαρξ, μας αποκάλυψαν τον νεαρό οραματιστή Μαρξ. Τα νεανικά χειρόγραφα του οποίου αποφαίνονται πως η αιτία, που η ανθρώπινη κοινωνία βιώνει σε συνθήκες καθολικής αλλοτρίωσης, με κατάληξη, οι άνθρωποι είτε ως καπιταλιστές είτε ως εργάτες, να ζουν έξω από τον εαυτό τους, σαν να μην τον ελέγχουν, δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Την βλαβερότητα της οποίας δικαιολογούν και καθαγιάζουν ‘τα όπια των λαών’, δηλαδή τα σκοταδιστικά δημιουργήματα των εκάστοτε εξουσιών, οι θρησκείες, γι’ αυτό ο Μαρξ, προτείνει την χειραφέτηση της ανθρωπότητας από τα ‘θεία σκιάχτρα’, τον εξουσιαστικό φόβο και από την ατομική ιδιοκτησία.
Η ατομική ιδιοκτησία[2] πάνω στα μέσα παραγωγής, ως εμπράγματη σχέση καθορίζει τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας[3], δηλαδή καθορίζει, σε τοπικό, εθνικό και οικουμενικό επίπεδο, ποιος αποφασίζει για το τι, πώς, πότε και για ποιον λόγο θα παραχθεί και ποιος θα πραγματοποιήσει τα συγκεκριμένα σχέδια παραγωγής. Έτσι ο κοινωνικός καταμερισμός της παραγωγής που εδράζεται πάνω στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής διασπά τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα σε ανταγωνιστικές και εχθρικές μεταξύ τους δυνάμεις, κύρια στην ‘ελίτ των ιδιοκτητών’ που ελέγχει αποκλειστικά την παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου και στις δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού που, ως εξαρτημένα εργαζόμενη κοινωνία/ανθρωπότητα, αναγκάζονται να πωλούν την πνευματική και σωματική τους δύναμη, με αντάλλαγμα όσα χρειώδη επαρκούν για την απλή αναπαραγωγή τους ως εξαρτημένη εργασία. Από αυτήν την δυσμενή μεταχείριση εξαιρείται, βέβαια μερικώς. ‘η τάξη των φυλάκων[4], δηλαδή η ανώτερη κρατική γραφειοκρατία, της ατομικής ιδιοκτησίας και της συνεπαγόμενης ατομικής και κρατικής εξουσίας, που έχει αναλάβει την προστασία της εξουσιαστικής ελίτ και της κυρίαρχης ολιγαρχίας, από την οργή της καταπιεζόμενης κοινωνίας. Η τάξη των φυλάκων, βιοπορίζεται λειτουργώντας ως ασπίδα και εκτονωτής των κρίσεων και των συγκρούσεων μεταξύ της κυρίαρχης τάξης και της τάξης των εργαζόμενων, αποδέχτηκε την διαστροφή του κοινωνικού της Είναι, με το να ταυτιστεί με την κυρίαρχη τάξη, επιλογή που εκφράζεται ως νόθα και διεστραμμένη κοινωνική συνείδηση.
Η ατομική ιδιοκτησία[5], ως σχέση βίας και αδικίας και ως αντικείμενο σε εμπράγματη σχέση, τελεί υπό διαρκές καθεστώς ενοχών, επειδή αποσπάστηκε με την βία από την κοινή κοινωνική περιουσία, γεγονός που της προκαλεί ένα διαρκές και αθεράπευτο σύμπλεγμα ανασφάλειας και καταδίωξης. Ένα σύμπλεγμα που αναγκάζει την κάθε ατομική ιδιοκτησία να επιδιώκει με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον την απορρόφηση κάθε άλλης ατομικής ιδιοκτησίας αλλά και της υπόλοιπης κοινωνικής περιουσίας μέχρι του βαθμού, εκάστη ατομική ιδιοκτησία να φαντασιώνεται την δική της παγκόσμια μονοκρατορία, ως συνθήκη επιβίωσής της. Αυτό το υπαρξιακό της άγχος την σπρώχνει στο να ασκεί η ίδια, ή και μέσω υπαλλήλων της, την κοινωνική και την πολιτική εξουσία, ‘προκειμένου να μην κυβερνιέται από τους κατωτέρους της’, όπως διαχρονικά την συμβουλεύει ο πλατωνισμός ως διαχρονική εξουσιαστική ιδεολογία[6]. Οι ενοχές και οι ανασφάλειες της ατομικής ιδιοκτησίας υπαγορεύουν την συμπεριφορά των υποκειμένων της, τα οποία για να διατηρήσουν τα προνόμια που τους προσφέρει το δικαίωμα της απόλυτης ιδιοκτησίας τους, αναγκάζονται να χορεύουν στους καταπιεστικούς, επεκτατικούς, κατακτητικούς και καταστροφικούς ρυθμούς της, πράγμα που αναγκάζει αυτά τα υποκείμενά της να βγαίνουν έξω από τον ανθρώπινο εαυτό τους και να καταντούν επικίνδυνοι και καταστροφικοί εξουσιαστές που εκτρέπουν τον ανθρώπινο πολιτισμό σε καπιταλιστική βαρβαρότητα. Πρόκειται προφανώς για ένα παράδοξο, επειδή το αντικείμενο υπαγορεύει έμμεσα την συμπεριφορά τού υποκειμένου του, η οποία αναγκάζει και τις δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού να βγαίνουν από τον ανθρώπινο εαυτό τους και να ζουν ως επισφαλείς εργαζόμενοι και εναλλάξ ως άνεργοι αλλά ως διωκόμενα σκεπτόμενα εργαλεία.
Οπότε το ζητούμενο ήταν πάντα και παραμένει η επιστροφή τού ανθρώπου, τού κάθε ανθρώπου, ακόμα και του ανώμαλα ενεργούμενου υποκειμένου της ατομικής ιδιοκτησίας[7], στον αυθεντικό εαυτό του, πράγμα που μπορεί να συμβεί μόνο με την επανασυγκόλληση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας, μέσω της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Η οποία θεοποιείται και, ως το ‘ιερό δισκοπότηρο κάθε απάνθρωπης και καταστροφικής εξουσίας’, προστατεύεται από όλους τους σκοταδισμούς , αλλά και τους θεμελιακούς θεσμούς του κόσμου, σε βαθμό που ούτε και τα υποτιθέμενα αντισυστημικά, αντικαπιταλιστικά κόμματα, της κοινωνίας αποκόμματα, τολμούν να ζητήσουν την αναθεώρησή τους, προκειμένου η ανθρωπότητα να ξαναμπεί στον δρόμο της κοινωνικής ισότητας, προϋπόθεση ικανή και αναγκαία για την αιώνια παγκόσμια ειρήνη και την ανθρώπινη ευτυχία. Μια εξέλιξη που θα απελευθέρωνε και τους καπιταλιστές από τους εφιάλτες που τους τυραννούν κάθε φορά που οι κοινωνίες σηκώνουν κεφάλι και ζητούν κοινωνική ισότητα. Αυτή η διαπίστωση προβλημάτισε τον νεαρό Μαρξ και τον οδήγησε στο συμπέρασμα πως, «το ξεπέρασμα του ‘θεού’, ως θεωρητικός ουμανισμός, και η κοινοκτημοσύνη, ως το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας και ως πρακτικός ουμανισμός, οδηγούν στον θετικό ουμανισμό»[8] δηλαδή στην αταξική κοινωνία και όχι στον κρατισμό τού, κατά τον Ένγκελς, ‘ιδεώδους συλλογικού καπιταλιστή’[9]. Με αυτήν την έννοια, τα νεανικά χειρόγραφα του Μαρξ, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο σκέψης μας, εισάγοντας τόσο την έννοια της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης όσο και εκείνης του θετικού ουμανισμού, τον οποίο αντιλήφθηκε με όρους κοινωνίας ως αμεσοδημοκρατικό και αταξικό και όχι ως ελεημοσύνη με όρους απατηλούς, ως αστικό ‘φιλανθρωπικό’ και υποκριτικό εκκλησιαστικό ‘ουμανισμό’.
Το κάθε κράτος και ιδιαίτερα το καπιταλιστικό κράτος για να επιβληθεί στην κοινωνία φροντίζει να είναι διαιρεμένη σε ανταγωνιστικές και ασύμβατες κοσμοαντιλήψεις, συμφέροντα και οργανώσεις τις οποίες ρυθμίζει με ατέρμονες επιδραστικές σκοταδιστικές και εξουσιαστικές θεωρητικολογίες, με αφετηρία το πλατωνικό ‘μεγάλο ψεύδος’ και όλον τον υπόλοιπο πλατωνικό υπόκοσμο[10] που επί αιώνες ως εξουσιαστική ιδεολογία στηρίζει καταπιεστικές εξουσίες παραπλανώντας, μέσω της εξουσιαστικής παιδείας και της ατέρμονης ραφιναρισμένης προπαγάνδας, τα μυαλά των καταπιεσμένων με πρωτεργάτες τα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία, διαμορφώνοντας ψευδείς συνειδήσεις, οι οποίες αναπαράγουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την κυριαρχία των λίγων σε βάρος των πολλών. Ενώ στο μεταξύ η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που έχει θεοποιήσει το κέρδος και στερείται κοινωνικής ηθικής ισοπεδώνει τα πάντα, αφήνοντας πίσω της στρατιές ανέργων, εκατομμύρια εξαθλιωμένων ανθρώπων, λεηλατημένους τους φυσικούς πόρους και έναν κατεστραμμένο πλανήτη, που τείνει να εξελιχθεί σε ‘terra nullius’[11], σε ‘ακατοίκητη γη’ που δεν θα ανήκει σε κανέναν, γιατί, μετά από τον επαπειλούμενο πυρηνικό όλεθρο στο κυνήγι της παγκόσμιας ηγεμονίας, δεν θα υπάρχει κανένας να την κατοικήσει. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι δυνάμεις της εργασίας, της επιστήμης και του πολιτισμού, αντιλαμβάνονται πως η ρίζα του κακού βρίσκεται στην διάσπαση και ιδιοποίηση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας. Γι’ αυτό και επιλέγουν την ‘Μεγάλη Άρνηση’ του καπιταλισμού, ενώ παράλληλα διαμορφώνουν την ‘Μεγάλη Θέση’ τους για μια αταξική κοινωνία και σχεδιάζουν αργά αλλά σταθερά τον Μεγάλο Αταξικό Ουμανιστικό Μετασχηματισμό των κοινωνιών και συνολικά της ανθρωπότητας. Ένας κοινωνικός μετασχηματισμός που προϋποθέτει την μετεξέλιξη του μονοδιάστατου σε πολυδιάστατο άνθρωπο, του onedimensional homo economicus individualis σε multidimensional homo humanisticus universalis.
Η λογική των αγώνων και η εμπειρία των αιώνων μας διδάσκει πως χωρίς κρατικά συστήματα διακυβέρνησης και χωρίς γραφειοκρατία, ταξική δικαιοσύνη και δυνάμεις καταστολής, τα ανθρώπινα όντα και οι κοινωνίες τους θα μπορούσαν να συνεργαστούν μεταξύ τους στη βάση της ελεύθερης συμφωνίας και της αμοιβαιότητας μέσω των αμεσοδημοκρατικών οντοτήτων τους, και όχι μέσω της άμεσης βίας των δυνάμεων καταστολής και της έμμεσης βίας των άδικων νόμων, να καλύψουν όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Αυτό σημαίνει πως θα μπορούσαν να αχρηστέψουν το κράτος είτε ως υποτιθέμενο ‘διαιτητή’ των ταξικών αγώνων, που δε θα υπάρχουν, είτε ως ‘νυχτοφύλακα του κεφαλαίου’, είτε ως ‘πατερούλη’ για λογαριασμό της οικονομικής ολιγαρχίας, που επίσης δεν έχει λόγο να υπάρχει. Άλλωστε οι αρχαϊκές κοινωνίες πάνω στην κοινωνική ισότητα και την αμοιβαία συνεργασία χτίστηκαν και λειτούργησαν και με αυτήν την επιλογή τους κατάφερε το ανθρώπινο είδος να επιβιώσει και να εξελιχθεί μέχρι την βαθμίδα του πολιτισμού, μέχρι που η Αθηναϊκή ολιγαρχία θέσπισε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας πάνω στην κοινόκτητη γη με αποτέλεσμα το ξεστράτισμα του πολιτισμού στην μορφή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Αμέτρητοι αγώνες δόθηκαν μέσα από διάφορα οργανωτικά σχήματα για το ξεπέρασμα του διαμελισμού των κοινωνιών σε αφεντικά και δούλους, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, αλλά το κάθε φορά αποτέλεσμα ήταν, στην ουσία, το ίδιο με ένα καινούργιο κράτος, γραφειοκρατία, δυνάμεις καταστολής και ταξική δικαιοσύνη για λογαριασμό των νέων εξουσιαστών και εναντίον των αδυνάτων. Κι’ αυτό επειδή κάθε κοινωνική μεταβολή με πρωτεργάτες τις ελίτ-ηγεσίες ιεραρχικών οργανώσεων κατάληγε σε νέες μορφές κράτους που στρέφονται κατά της κοινωνίας. Το γεγονός πως οι κοινωνίες, ανεξάρτητα από τους σκοπούς της εκάστοτε ελίτ, αγωνίζονταν πάντα για την κοινωνική ισότητα και την κοινωνική ειρήνη, έθεσε αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη των κοινωνικών αγώνων το οντολογικό ζήτημα του ρόλου και το δεοντολογικό της κατάργησης του κράτους.
Κάποιοι υποσχέθηκαν κοινωνική αλλαγή μέσω του μαρασμού τού κράτους, ως μέθοδο σταδιακής κατάργησης του κράτους, αλλά στην πορεία αντί το κράτος τους να μαραθεί, δρούσε σαν ένας νέος δυνάστης που μάρανε την κοινωνία αντί για το κράτος. Μέχρι που οι κοινωνίες συνειδητοποιούν πως κατάργηση του κράτους με την έννοια της εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα από επιμέρους δυνάμεις/θραύσματα της κοινωνίας, εναντίον της υπόλοιπης κοινωνίας, αλλά μόνο και αποκλειστικά από την ίδια την κοινωνία, ως ενιαία κινηματική δύναμη κοινωνικής, και όχι απλά πολιτικής, αλλαγής. Μια κοινωνική αλλαγή που οδηγείται από το όραμα για την κοινωνική ισότητα και δραστηριοποιείται προς αυτήν την κατεύθυνση καταργώντας τις σχέσεις εξουσίας με την άρση της πολυδιάσπασης και την επανενοποίηση της παραγωγικής βάσης της κοινωνίας.
Η πολιτική, ως θεωρία/ιδεολογία, σε συνθήκες καπιταλισμού στη βάση της κατακερματισμένης παραγωγικής βάσης της κοινωνίας, διαμορφώνει πρακτικά θνησιγενείς κοινωνικοπολιτικές οντότητες, που αναγκαστικά η μια ανταγωνίζεται την άλλη και όλες μαζί παραλύουν την προοδευτική απελευθέρωση της ίδιας της κοινωνίας προς την κατεύθυνση ενός αμεσοδημοκρατικού μετασχηματισμού, οπότε μιλάμε για μια συστημική και κοινωνικά αδιέξοδη πολιτική. Η διαδικασία της κοινωνικής απελευθέρωσης δεν προϋποθέτει παραδοσιακές συστημικές ομαδοποιήσεις με ξεχωριστούς στόχους, αλλά την ελεύθερη συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ πολυδιάστατων ατόμων και των άτυπων συλλογικοτήτων τους, που λόγω της ενότητας των στόχων υπερβαίνουν το άθροισμα των μελών τους και μπορούν συνθέτοντας μια συμπαγή, συνειδητή, μαχητική δύναμη να καταστήσουν την κοινωνία, ενιαία και συνολικά, υποκείμενο του αυτομετασχηματισμού της. Με αυτήν την έννοια τα πολλά νόθα, συστημικά και παραδοσιακά κοινωνικά μικροκινήματα, ως μικροφαινόμενα, καταλήγουν στο abstractum· της αστικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, σε αντίθεση με την άμεση δημοκρατία, ως concretum της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. Συνεπώς η άμεση δημοκρατία, η μόνη αληθινή δημοκρατία, που δεν αλληλοδιαπλέκεται με το κράτος, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να καταργήσει το κράτος, ως μηχανισμό της εξουσίας του κεφαλαίου, καταργώντας την γενεσιουργό αιτία του, που δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Η άμεση δημοκρατία, λοιπόν, μπορεί να προκύψει από την κρίσιμη δυναμική της συνάρθρωσης όλων των μη-ιεραρχικών συλλογικοτήτων σε ένα κοινό μέτωπο, σε μια συλλογική βούληση, στην συμπαγή και συνειδητή δύναμη των πολυδιάστατων ανθρώπων και κοινωνιών. Ως πολυδιάστατοι άνθρωποι νοούνται εκείνοι που έχουν αφήσει πίσω τους τον μονοδιάστατο εαυτό τους, του πρώιμου καπιταλισμού, και κατάφεραν να έχουν συνδυάσει την εργασία, την επιστήμη και τον πολιτισμό στο πρόσωπό τους, ως ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ιδιότητες και δεξιότητες που δίνουν αντίστοιχο περιεχόμενο στις κοινωνίες τους, που σταδιακά μεταμορφώνονται σε άμεσες, πολυδιάστατες και αυτοδιευθυνόμενες κοινωνίες στην βάση των αρχών και αξιών του αταξικού ουμανισμού, κάτι που ενοχλεί κάθε είδους εξουσία.
Ξεχωριστή προσέγγιση αποτελεί η περίπτωση μιας τάσης, του πολύμορφου αναρχισμού με την έννοια που ενώ αρνείται κάθε είδους εξουσία και ιδιαίτερα την εξουσία του κράτους, αρνείται να δεχτεί πως για την ύπαρξη και την εξέλιξη των αμεσοδημοκρατικών κοινωνών είναι ‘εκ των ων ουκ άνευ’ αναγκαίες κάποιες αρχές, ως αξίες για το χτίσιμο και την πρόοδο της αταξικής κοινωνίας, όπως λ. χ. η κοινωνία είναι η υπέρτατη αρχή και αξία και όχι το άτομο, που από μόνο του αδυνατεί να υπάρξει, να επιβιώσει και να δημιουργήσει πολιτισμό, που σημαίνει πως το άτομο ανήκει στην κοινωνία και όχι το αντίστροφο. Η, άλλη, αντίληψη που θέλει τον ουμανιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με την βία των όπλων δεν είναι μόνο λαθεμένη, αλλά είναι και επικίνδυνη ως τακτική, κι’ αυτό για δυό κυρίως λόγους, ο πρώτος επειδή το σύστημα του κεφαλαίου είναι συγκριτικά απείρως ισχυρότερο στον τομέα της ένοπλης σύγκρουσης και δεύτερο επειδή στην περίπτωση νίκης, η βία των όπλων θα συνεχίσει να ασκείται για την διατήρηση της νέας εξουσίας εκ μέρους της ‘επαναστατικής ελίτ’. Η ιστορία διδάσκει πως το ισχυρότερο όπλο των δυνάμεων της εργασίας της επιστήμης και του πολιτισμού είναι η στέρεη και επαρκής στρατηγική γνώση αναφορικά με τους όρους της σταδιακής αποσύνθεσης του υφιστάμενου οικονομικοκοινωνικού συστήματος της κοινωνικής ανισότητας, συνδυασμένη με την επίγνωση εκ μέρους της κοινωνικής πλειονότητας αναφορικά με τον σκοπό, τις αρχές, τις δομές και τους αναγκαίους θεσμούς δόμησης του συστήματος της αμεσοδημοκρατικής κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. Η ιστορία διδάσκει επίσης πως η δύναμη της κοινωνίας βρίσκεται στην ενότητά της, πράγμα όμως που δεν συμβαίνει με τα άπειρα μικροκινήματα, κόμματα και κάθε είδους και λογής οργανώσεις, όπου το καθένα δρα αποκλειστικά για τον εαυτό του και όλα μαζί κονιορτοποιούν την δυναμική αυτοπροσδιορισμού και αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει την άμεση αναγκαιότητα αποστασιοποίησης της κοινωνίας από κάθε μορφής ιεραρχική οργάνωση. Τούτων δεομένων, είναι αποτελεσματικότερο να συγκροτούνται άτυπα οριζόντια δίκτυα ισοδυναμίας του λόγου και αναλογικής, των δυνατοτήτων του καθενός, προσφοράς στον αγώνα μετεξέλιξης του μονοδιάστατου στον πολυδιάστατο άνθρωπο. Ώστε αυτά τα δίκτυα να μετεξελίσσονται στην πορεία σε τοπικές και διατοπικές μορφές αμεσοδημοκρατικής συλλογικής βούλησης που θα εργάζονται για την ωρίμανση των δυό παραπάνω προϋποθέσεων, δηλαδή, της αναγκαίας γνώσης και της επίγνωσης, μέχρι του σημείου τήξης των θεσμών και των δομών που πρέπει να καταργηθούν για να μπορέσει να θεμελιωθεί ο πολιτισμός της κοινωνικής ισότητας και της άμεσης δημοκρατίας.
Η τεχνολογική πρόοδος, στον ύστερο καπιταλισμό, κατάφερε να εκτοπίσει την πνευματική/πολιτισμική πρόοδο της κοινωνίας και συνολικά της ανθρωπότητας, με αποτέλεσμα την μετατροπή και των δυό σε εργαλείο της κυρίαρχης ελίτ επί της κοινωνίας/ανθρωπότητας, γεγονός που συντελείται μέσω των κάθε φορά ‘νέων’ μορφών κοινωνικής αντίδρασης, στην μορφή των άπειρων, αντιφατικών, ανταγωνιστικών και σε τελική ανάλυση αναποτελεσματικών μικροκινημάτων τα οποία με τον περιορισμένο και συχνά αποσπασματικό τους χαρακτήρα αδυνατούν, ως ρωγμές της κοινωνίας, να προκαλέσουν ρωγμή στο σύστημα και γι’ αυτό καταλήγουν σε κοινωνικά αδιέξοδα και ανακυκλούμενες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις και σε «μία ζωή, που σπαταλιέται σε ατέλειωτες ανταγωνιστικές ενέργειες»[12].
Ο πολυδιάστατος άνθρωπος, διαπιστώνει, με την πάροδο της ενασχόλησής του με αναλύσεις της τρέχουσας καπιταλιστικής δυστοπίας, αναζητώντας απαντήσεις και ρεαλιστικές δεοντολογικές λύσεις στα κρίσιμα οντολογικά προβλήματα που ορθώνονται μπροστά του στον 21ο αιώνα, ότι οι περισσότεροι αναλυτές αρνούνται να δουν, κάτω από την επιφάνεια αυτής της δυστοπίας, την μοναδική πραγματική αιτία της, που δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής. Η οποία διαιρεί τις κοινωνίες σε ανταγωνιζόμενες, μέχρι θανάτου του αντιπάλου, κοινωνικές κατηγορίες και με φλύαρες και φτηνές ψευδοφιλοσοφικές αναλύσεις αναζητούν απαντήσεις στη σφαίρα του σουρεαλισμού και της μεταφυσικής αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως μια εξωκοινωνική οντότητα, που όμως δεν υπάρχει. Ή, το πολύ, αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως ‘εργατική τάξη που έπαψε να είναι επαναστατική’ και ιδιαίτερα αυτήν των δυτικών κοινωνιών που, ως συμμετέχουσα στην νομή του αποικιοκρατικού και ιμπεριαλιστικού υπερκέρδους, δεν έχει πια να χάσει μόνο τις αόρατες αλυσίδες της, αλλά και τις ορατές, όπως το όποιο διαμέρισμα, την όποια θέση εργασίας, το όποιο αυτοκίνητό της και όσα άλλα απόκτησε προκειμένου να ενσωματωθεί στο σύστημα. Αυτή η αφελής προσέγγιση του κοινωνικού προβλήματος παρακάμπτει, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν έχει καμιά σημασία γιατί το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, το ουσιαστικό πρόβλημα της κατηγοριακής διαφοροποίησης που γεννιέται από την απείρως διαφοροποιημένη σχέση που έχει το κάθε άτομο με τα μέσα παραγωγής κατά συνέπεια και με τον τρόπο κατανομής του κοινωνικού πλούτου με την μορφή του ‘ετήσιου κατά κεφαλήν εισοδήματος’, από την οποία εξαρτάται το ‘κοινωνικό του Είναι’ και η κοινωνική συνείδησή του, κατά συνέπεια και η κοινωνική συμπεριφορά του. Η συστηματική παραγνώριση της ιστορικοκοινωνικής υπόστασης του ανθρώπου και η αντιμετώπισή του ως άτομο εκτός και εναντίον της κοινωνίας που πρέπει να επιβιώσει ως ‘μοναχικός λύκος’, ή ως πλατωνική ΄θεία ψυχή’ που το μόνο που οφείλει είναι να σώσει μόνο τον εαυτό της. Αυτή η προσέγγιση εξυπηρετεί το σύστημα της κοινωνικής ανισότητας επειδή διαγράφει από το μυαλό του ‘μοναχικού λύκου’ και του πνευματικά αλλοτριωμένου οπαδού, την εκδοχή πως μόνο οι μαζικοί πολυμέτωποι κοινωνικοί αγώνες της ενιαίας κινηματικής κοινωνίας, θα μπορέσουν να οδηγήσουν, με βεβαιότητα και γρηγορότερα, στην κοινωνική ισότητα, από την αδιέξοδη και αναποτελεσματική ατομική ή την μικροκινηματική προσπάθεια επιβίωσης.
Επειδή όμως, η ακόμα κυρίαρχη ιδεολογία, μεταφέρει τις αντιλήψεις του 19ου και του 20ου αιώνα, γεγονός που σημαίνει ότι το φαντασιακό μας δεν λειτουργεί με όρους 21ου αιώνα, εκείνο που μας λείπει είναι μια σύγχρονη ανάλυση της σύγχρονης πραγματικότητας, με βάση την αξιολόγηση των σύγχρονων δυνατοτήτων, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες ανάγκες του ανθρώπου και της κοινωνίας. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, επειγόντως μια νέα κοσμοαντίληψη που θα μας καταστήσει, ως άτομα και κοινωνίες, ικανούς να ξεπεράσουμε όλες τις υστερήσεις, τις δυσμορφίες και τις αναντιστοιχίες και να συγχρονιστούμε με τον βηματισμό της σύγχρονης ιστορίας, προκειμένου να ακυρώσουμε την καπιταλιστική βαρβαρότητα και να θεμελιώσουμε τον πολιτισμό της κοινωνικής ισότητας. Που σημαίνει ότι δεν αναζητούμε τον πολυδιάστατο, τον ολοκληρωμένο άνθρωπο στο πρόσωπο των άλλων, αλλά τον δημιουργούμε, ο καθένας μας χωριστά και όλοι μαζί, με υλικό τον ίδιο μας τον εαυτό.
[1] Ο Louis Hernandez Cruz, ήταν Μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων του Μεξικού, ως εκπρόσωπος της τρίτης περιφέρειας Τσιάπας του Μεξικού κατά την δεκαετία του 1970 και του 1980.
[2] . Θα πρέπει να διευκρινιστεί πως πηγή όλων των συμφορών της ανθρωπότητας είναι μόνο εκείνη η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, που παράγει πλούτο για τον ιδιοκτήτη της με την χρήση ξένης εργασίας, σε αντίθεση με την πλασματική ιδιοκτησία ενός μικρού χωραφιού, ενός μικρού εργαστηρίου ή και ενός σπιτιού που δεν χρησιμοποιεί ξένη εργασία και μόλις καταφέρνει με την οικογενειακή προσπάθεια να εξασφαλίσει τα απαραίτητα, ως κατ’ οίκον εργάτης, που τον λιμαίνονται οι τράπεζες και οι εφορίες, που αν η Πολιτεία του πρόσφερε τα χρειώδη, ως οφείλει, ο καθένας πλασματικός ιδιοκτήτης θα ήθελε να απαλλαγεί από αυτήν για να ζει χωρίς άγχος και πάρε-δώσε με τις εφορίες και τις τράπεζες που τον αναγκάζουν να δουλεύει γι’ αυτές και όχι για την οικογένειά του και στο τέλος τον βάζουν και φυλακή επειδή δεν προλαβαίνει να τακτοποιήσει τα δάνεια της εξάρτησης και της υποταγής, περιμένοντας μήπως κάποιος Νομοθέτης επιβάλει κάποια ‘σεισάχθεια με πονηρό σκοπό’, ή κάποια χούντα του τα χαρίσει αντί πολιτικής συμπάθειας.
[3]. Πολλοί, ακόμα και οικονομολόγοι, συγχέουν, άλλοι από άγνοια και άλλοι από σκοπιμότητα, τον κοινωνικό με τον τεχνικό καταμερισμό της εργασίας, παρά το γεγονός πως ο κοινωνικός συνδέεται αποκλειστικά με την ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, ενώ ο τεχνικός καταμερισμός της εργασίας συνδέεται άμεσα με την ειδικότητα, δηλαδή τις δεξιότητες κάθε ανθρώπου που βρίσκεται σε σχέσεις εξαρτημένης εργασίας.
[4] . Η αγαπημένη τάξη της ολοκληρωτικής ‘Ιδεώδους Πολιτείας’ του Πλάτωνα.
[5] . Λάμπος Κώστας, Η γέννηση και ο θάνατος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ατομική ιδιοκτησία ως μήτρα βίας, εξουσίας, ανισότητας, εγκληματικότητας, σκοταδισμού και ανηθικότητας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα 2017.
[6] Λάμπος Κώστας, Ο πλατωνισμός ως διαχρονική εξουσιαστική ιδεολογία. Η άλλη ανάγνωση της ιστορίας, ΚΟΥΚΚΙΔΑ, Αθήνα, 2024.
[8] Marx Karl, Early Writings, PEΝGUIN, London 1992, page 395.
[9] Engels Friedrich, Anti-Duering, MARX-ENGELS WERKE, DIETZ VERLAG, Berlin 1973, Band 20, Seite260.
[10] Κάποιοι, που χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ τους τα έργα του Πλάτωνα, ξενίζονται με την κριτική προσέγγιση του πλατωνισμού, επειδή οι εξουσίες, αλλά και πολλοί ψευδοφιλόσοφοι και ακαδημαϊκοί καλαμαράδες τους, γαλουχήθηκαν εξ’ απαλών ονύχων με την πλατωνική διδασκαλία, χωρίς ωστόσο να τον μελετήσουν οι ίδιοι, οπότε θα μάθαιναν πως ο, κατά τα άλλα, μεγαλοφυής Πλάτωνας υπήρξε συκοφάντης και εχθρός της δημοκρατίας, ακόμα και της Αθηναϊκής Πολιτείας, ολιγαρχικός, συνωμότης, ιδεολογικός καθοδηγητής των τριάκοντα τυράννων, τυχοδιώκτης, αντιγραφέας, δημιουργός του ιστορικά ανύπαρκτου ‘πλατωνικού Σωκράτη’, ο πρώτος που στην ανθρώπινη ιστορία αγόραζε για να κάψει δημόσια τα βιβλία πολλών φυσικών φιλοσόφων, όπως του Δημόκριτου, του Πρωταγόρα και πολλών άλλων, απολογητής της δουλοκρατίας και κάθε είδους ταξικής εξουσίας και τυραννίας.
[11] Critchley
Simon, Θα πρέπει να αναζητήσουμε τον αγώνα,
https://athens.indymedia.org/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου