«...Είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε από την Πάτρα. Για να μη σβήσει η φλόγα για να μείνει ''ένα κερί στο άπειρο''». «-Sì, mamma...»
Την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015, 8.30 μμ, στο Πολύεδρο (Πάτρα), έγινε μια εκδήλωση με το γενικό τίτλο Πατρινοϊταλοί – Ιταλοπατρινοί, στηριγμένη στα λογοτεχνικά κείμενα:
“Η Μαρίνα” του Κοσμά Πολίτη.
“Να φροντίζετε το μπαούλο” του Βασίλειου Χριστόπουλου (από τη συλλογή ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΟ)
Ομιλητές ήταν οι Νικολέττα Παλαιολόγου, αρχαιολόγος-μουσειολόγος και
Ο Σ.Ν. Φιλιππίδης, ομοτ. καθηγητής νεοελληνικής φιλολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης.
ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ την ομιλία της Νικολέττας Παλαιολόγου, που αναφέρεται στο διήγημα του πατρινού συγγραφέα Βασ. Χριστόπουλου, με τίτλο «Να φροντίζετε το μπαούλο».
Είναι η ιστορία της οικογένειας του ιταλοπατρινού Σπύρου Κροτσέτι και της ελληνίδας Αριστέας το γένος Φάκου.
Πρόσφυγας δεύτερης γενιάς, ο Σπ. Κροτσέτι, αγρότης στην Περιβόλα Πάτρας, που το Νοέμβριο του 1945 με απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης μέσα σε ένα σαββατοκύριακο μάζεψε τα υπάρχοντα της οικογένειας, εντός ενός μπαούλου και με αυτό απελάθηκε στην Ιταλία, ως ανεπιθύμητη, με μόνη κατηγορία την υποψία πως λόγω της καταγωγής του επωνύμου της ήταν σε συνεργασία με την φασιστική οργάνωση Φάτσιο του Μουσολίνι στην Πάτρα.
Και η σύζυγος του απελαθέντα Σπύρου Κροτσέτι, η Αριστέα Φάκου, που μια ζωή ήλπιζε στην επιστροφή στην Πατρίδα της, δεν παύει τις παραινέσεις της:
«Όταν πεθάνω, να φροντίζετε το μπαούλο. Είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε από την Πάτρα. Για να μη σβήσει η φλόγα για να μείνει ''ένα κερί στο άπειρο''».
-Για να λαβαίνει την απάντηση: «Si mamma». (Ναι μαμά).
Η ομιλία της Νικολέττας Παλαιολόγου, αρχαιολόγος-μουσειολόγος
Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, με το διήγημα του «Να φροντίζετε το μπαούλο», φωτίζει τη δραματική ιστορία της οικογένειας Κροτσέτι κατά τη διάρκεια των ταραγμένων χρόνων του πολέμου. Πρόκειται για την οικογένεια του σημαντικού Ιταλού νεοελληνιστή, μεταφραστή και εκδότη της νεοελληνικής γραμματείας στην Ιταλία, Νικόλα Κροτσέτι. Μιας οικογένειας που κλήθηκε να αφήσει μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο, μια ζωή και μια περιουσία, παίρνοντας μαζί μόνο ένα μπαούλο.
Το διήγημα ξεκινά εδώ, στο χώρο που βρισκόμαστε, όταν μετά από εκδήλωση στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 2006, ο συγγραφέας συνομιλεί με το τιμώμενο πρόσωπο, τον Νικόλα Κροτσέτι και πληροφορείται το λόγο που η οικογένειά του έφυγε από την Πάτρα. Η επίπονη ανάκληση των αναμνήσεων ξεκινά και το νήμα της αφήγησης μεταφέρεται 61 χρόνια πίσω, στον μώλο της Πάτρας, το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Νοέμβρη του 1945. Πρωταγωνιστές από εδώ και στο εξής, ο πατέρας Σπύρος Κροτσέτι, δεύτερης γενιάς Ιταλοπατρινός, αγρότης, με δεντροπερίβολα στο Μπεγουλάκι, κοντά στη βίλα του Κόλλα και η μητέρα Αριστέα. Ελληνίδα, από την Εγλυκάδα, το γένος Φάκου.
Ο Σπύρος, σέρνοντας το μπαούλο στο πλοίο που τους περιμένει, σκέφτεται διαρκώς και λυγίζει κάτω από το βάρος των μοιραίων αποφάσεων – όπως πιστεύει ο ίδιος – που πήρε στη διάρκεια του πολέμου και έφεραν την οικογένειά Κροτσέτι αντιμέτωπη με την απέλαση. Η Αριστέα, με τη σκληρότητα της συζύγου που οι παραινέσεις της δεν εισακούστηκαν, θα παγώσει το βλέμμα της από τότε και εφεξής, για όλη της τη ζωή. Ο Βασίλης Χριστόπουλος, παρουσιάζει με τρόπο μοναδικό, τις προσπάθειες μιας οικογένειας Πατρινών, με μόνο τρωτό σημείο την ιταλική καταγωγή, να παραμείνει αλώβητη, να κρατήσει ζωή και περιουσία, σε έναν κόσμο με εύθραστες ισορροπίες, με πολιτικές σκοπιμότητες, με κατακτητές που αλλάζουν, με στρατόπεδα που συγκρούονται και διεκδικούν την εξουσία. Μόνος τρόπος, η απόλυτη ουδετερότητα – μακριά από το Φάτσιο, μακριά από τους ιταλούς προπαγανδιστές, μακριά από τους ταγματασφαλίτες και εθνικόφρονες, μακριά από τους Ελασίτες. Σε αυτόν τον κόσμο όμως, η παραμικρή υπαναχώρηση από την ορκισμένη ουδετερότητα, όπως η περίθαλψη δύο ελασιτών ή το κάλεσμα αυτών σε γεύμα μπορεί να αποδειχθεί μοιραία όταν οι συσχετισμοί των δυνάμεων αλλάξουν…
Και είναι ακόμη εκείνη η αλλαγή της ιταλικής υπηκοότητας και του ιταλικού ονόματος που ο Σπύρος όλο και καθυστερεί όλο και τρενάρει ώσπου πλέον να είναι πολύ αργά.. Άραγε έφταιξαν οι αποφάσεις του Σπύρου; Ή μήπως ήταν προδιαγεγραμμένο το τέλος για τις αλλοδαπές μειονότητες της Ελλάδας; Μήπως εξ’ αρχής η ευάλωτη ταυτότητά καθιστούσε τους Ιταλοπατρινούς ιδανικά εξιλαστήρια θύματα και εύκολες παράπλευρες απώλειες του πολέμου; Για το ζεύγος Κροτσέτι, η μοναδική ευθύνη βαρύνει τους ίδιους και θεωρείται αποτέλεσμα των ενεργειών του Σπύρου. Το άχθος των προσωπικών επιλογών θα στοιχειώσει τις ζωές τους και θα τους μετατρέψει τελικά σε τραγικά πρόσωπα.
Η οικογένεια, όπως και άλλες οικογένειες που εκδιώχτηκαν, κατέληξαν στη Φλωρεντία και εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Αποχωρίστηκαν τα παιδιά τους, τα οποία μεγάλωσαν σε ιταλικά ιδρύματα. Έζησαν απάτριδες, απόβλητοι και των δύο χωρών, καθώς και στην Ιταλία όπως γράφει ο Χριστόπουλος τους φώναζαν υποτιμητικά «Γκρέτσι». Με το νόστο της πατρίδας να σιγοκαίει, περίμεναν για χρόνια να αποκατασταθεί το ζήτημα της επανόδου, κάτι όμως που τελικά δεν έγινε ποτέ.
Ο συγγραφέας, με γραφή παραστατική, ρέουσα, ευανάγνωστη, αποδίδει τόσο τις περιπέτειες των Κροτσέτι και το θυελλώδες πλαίσιο της εποχής, όσο και τις ψυχικές καταστάσεις των ηρώων. Δίχως να καταφεύγει σε λυρικές εξάρσεις, σε πληθωρικές περιγραφές, αλλά με ύφος σαφές και άμεσο, δίνει το στίγμα των γεγονότων, το βάθος και το εύρος των συναισθημάτων και των σκέψεων. Όπως και με το εξαιρετικό «Κάτοικος Πατρών» ο Χριστόπουλος, χρησιμοποιεί έντεχνα το υλικό του, την προφορική δηλαδή και ζωντανή μαρτυρία, καθώς και την έρευνα των πηγών τα οποία και μετουσιώνει σε μια ενεργητική μυθοπλασία φωτίζοντας ιστορίες ανθρώπων και αθέατες πτυχές της πατρινής ιστορίας. Παραδίδει με αυτό τον τρόπο, ένα ακόμα τεκμήριο ζώσας μνήμης της πόλης μας και ένα δυνατό, συγκινησιακά φορτισμένο κείμενο που σκύβει με τρυφερότητα στις ανθρώπινες ματαιώσεις και στην αγωνία που μπορεί να επιφέρει ένα σκληρό γύρισμα της μοίρας. Υποθέτω ότι είναι το ίδιο πρόσωπο της αγωνίας που κουβαλούν οι πρόσφυγες ανά τους αιώνες, αυτό που θα συνοδεύει πάντα τον ξεριζωμό και την εκδίωξη από την εστία.
Σε όλη την αφήγηση, συνεκτικό, δυναμικό και εστιακό σημείο είναι το μπαούλο.
Το μπαούλο λειτουργεί ως σύμβολο της σκληρής μοίρας της οικογένειας, ειδικότερα της μάνας Αριστέας και γίνεται το κειμήλιο που μέσα του έχει κλείσει και αποθηκεύσει ένα ολόκληρο παρελθόν. Το εύρημα του μπαούλου και οι συνδηλώσεις του, ομολογώ ότι δόνησαν μια πολύ ευαίσθητη χορδή της ομιλούσας, που σχετίζεται με το βλέμμα της μουσειολογίας πάνω στα πράγματα. Γιατί η μουσειολογία, ως επιστήμη που μελετά τον υλικό πολιτισμό, ανιχνεύει τις σχέσεις των αντικειμένων με τα υποκείμενα και προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια της άρρητες σημασίες τους. Γνωρίζουμε ότι τα αντικείμενα δεν είναι σιωπηλά.
Είναι φορείς νοημάτων και συναισθημάτων, είναι επενδύσεις αναμνήσεων, αποτελούν σημεία και σύμβολα συλλογικών και ατομικών ιστοριών, υλικές εγγραφές των ανθρώπινων επιδιώξεων και σκέψεων και βέβαια πολλά από αυτά ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα φορτισμένα με ιδέες και μνήμες, με ανεξίτηλα συμβάντα. Και μπορεί εδώ να μην έχουμε να κάνουμε με μία μουσειακή αφήγηση, έχουμε να κάνουμε όμως με μία κειμενική, λογοτεχνική, που φέρνει στην επιφάνεια τη δύναμη των πραγμάτων να ενσωματώνουν καταστάσεις και να συμπυκνώνουν μνήμες.
Όπως συμβαίνει με το μπαούλο. Που
κάθεται η Αριστέα απέναντί του και πέφτει σε συλλογισμούς, που το ντύνει με
καλοσιδερωμένα σεμέν και το στολίζει με φιόρα, που το προστατεύει και το
περιβάλλει με φροντίδα γιατί αποτελεί το κερί που η φλόγα του κρατά άσβεστη τη
μνήμη. Για την Αριστέα, η διαφύλαξή του, είναι υπόσχεση διαφύλαξης του
οικογενειακού παρελθόντος. Και δεν παύει κάθε φορά να παραινεί: όταν πεθάνω, να
φροντίζετε το μπαούλο. Είναι το μοναδικό πράγμα που έχουμε από την Πάτρα. Για
να μη σβήσει η φλόγα για να μείνει ''ένα κερί στο άπειρο''».
-Si mamma (Ναι μαμά).
Αλιευμένο από: vasileioschristopoulos.wordpress.com/2015/12/12/πατρινοϊταλοί-ιταλοπατρινοί-μια-λο/


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου