ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Εργατική Πρωτομαγιά: Ένα τραγούδι για τους εργατικούς αγώνες

ΚΑΝΕΤΕ κλικ στον σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=wduHze2kcDM&t=24s

Θάνος ΜαντζάναςΘάνος Μαντζάνας, από το avgi.gr

 

Ο σκηνοθέτης Τζουλιάνο Μοντάλντο κάνει μια ταινία για την δικαστική υπόθεση που ο άδικος θάνατος 2 ανθρώπων είχε τόσες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις

Ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι ήταν Ιταλοί μετανάστες πρώτης γενεάς στις ΗΠΑ. Αμφότεροι πήγαν στις ΗΠΑ το 1908 και εγκαταστάθηκαν στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης χωρίς όμως να συναντηθούν. Το κοινό τους ήταν ότι και οι δύο παρακινήθηκαν από την ρητορική του Ιταλού ηγέτη του αναρχικού κινήματος Λουίτζι Γκαλεάνι και στη χώρα όπου πήγαν για να βελτιώσουν την τόσο δύσκολη ζωή τους έγιναν μέλη αυτού του κινήματος και ήταν πολύ ενεργοί στην μεγάλη απεργία του 1917 η οποία έγινε και η αφορμή για να γνωριστούν.

Στις 15 Απριλίου 1920 έγινε ένοπλή ληστεία στην χρηματαποστολή της μισθοδοσίας της βιομηχανίας υποδημάτων Σλέιτερ – Μόριλ που βρισκόταν στο Μπρέιντρι της Μασαχουσέτης στην οποία σκοτώθηκαν ο ταμίας της επιχείρησης και ένας από τους υπαλλήλους της ασφάλειας. Η αστυνομία ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό για τους ληστές και δολοφόνους κάνοντας πολλές συλλήψεις, ανάμεσα σε αυτές και των Σάκο και Βαντσέτι που επέβαιναν στο ίδιο αυτοκίνητο και ενώ δήλωσαν ότι δεν οπλοφορούσαν βρέθηκαν να έχουν επάνω τους πιστόλια. Πέρασαν από δίκη στο Μπρίντζγουοτερ αλλά τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς το δικαστήριο καταδίκασε τον Βαντσέτι μόνο για ένοπλη ληστεία ενώ απάλλαξε λόγω κακοδικίας τον Σάκο και από τις δύο κατηγορίες.

Όμως τόσο η εισαγγελία όσο και η ιδιοκτησία της επιχείρησης θεώρησαν αυτή την καταδίκη πολύ λίγη και πίεσαν για επανάληψη της δίκης. Αυτή έγινε στον τόπο του αδικήματος, το Μπρέιντρι, ξεκινώντας στις 31 Μάϊου 1921 και με τους Σάκο και Βαντσέτι να κατηγορούνται για φόνο και ληστεία. Ήδη από νομικούς της εποχής θεωρήθηκε όργιο κακοδικίας με ψευδομάρτυρες και ανάμειξη στο παρασκήνιο της μαφίας (που ήταν πολύ πιθανό να ήταν υπαίτια για την ληστεία και τις δολοφονίες) και με την έδρα αποφασισμένη να καταδικάσει τους κατηγορουμένους παρότι άλλοι μάρτυρες κατέθεσαν ότι δεν ήταν καν κοντά στο σημείο της ληστείας την συγκεκριμένη ημέρα. Μετά από μια επίπονη για όλους τους συντελεστές διαδικασία που διήρκεσε έξι ολόκληρα χρόνια και μια ετυμηγορία των ενόρκων που φανερά βασίστηκε στο γεγονός ότι οι Σάκο και Βαντσέτι ήταν μετανάστες και αναρχικοί άρα εκ προοιμίου εγκληματίες (ο τραμπισμός υπήρχε πριν καν επινοηθεί ο όρος…) και όχι σε οποιαδήποτε στοιχεία στις 9 Απριλίου 1927 ο – αξίζει να σημειωθεί – ίδιος δικαστής με την πρώτη φορά ανακοίνωσε την καταδίκη των Σάκο και Βαντσέτι σε θάνατο στην ηλεκτρική καρέκλα. Ακολούθησαν αιτήσεις χάριτος σε όλα τα δυνατά επίπεδα και μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της αθωότητας των καταδικασμένων με την μεγαλύτερη λίγες ημέρες πριν την εκτέλεση τους έξω από την φυλακή στην οποία κρατούνταν αλλά όλα χωρίς αποτέλεσμα. Τα μεσάνυχτα της 22ας Αυγούστου 1927 ο Νικόλα Σάκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι κάθισαν στην ηλεκτρική καρέκλα.

Η αμφισβήτηση όμως της ενοχής τους συνεχίστηκε ήδη από την επόμενη ημέρα και ούτε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν κατάφερε να την ανακόψει. Έπρεπε όμως να φτάσουμε στην δεκαετία του ’60 όταν με την πίεση των οικογενειών τους άνοιξαν διαβαθμισμένοι ή και κρυφοί φάκελοι της έρευνας και αποδείχθηκε πανηγυρικά η κακοδικία αλλά και η αθωότητα των Σάκο και Βαντσέτι, σε ένα βαθμό ακόμα και το ποιοι ήταν οι αληθινοί ένοχοι.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μια εταιρεία παραγωγής ανέθεσε στον Ιταλό σκηνοθέτη Τζουλιάνο Μοντάλντο να κάνει μια ταινία για αυτή την δικαστική υπόθεση στην οποία ο άδικος θάνατος δύο ανθρώπων είχε τόσες πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Έτσι το 1971 προβλήθηκε το «Sacco E Vanzetti» με τον Τζιάν Μαρία Βολοντέ να ενσαρκώνει τον Μπαρτολομέο Βαντσέτι, τον Ρικάρντο Κουτσιόλα τον Νικόλα Σάκο και τον γνωστό Αμερικανό ηθοποιό Σίριλ Κιούζακ τον εισαγγελέα της δίκης. Η παραγωγός εταιρεία επέλεξε να γράψει την μουσική της ταινίας ο μέγιστος Ennio Μorricone που όπως θα αποδεικνυόταν αρκετά χρόνια αργότερα, το 1984, με το υπέροχο soundtrack του για το αριστουργηματικό «Once Upon A Time In America» του Σέρτζιο Λεόνε, είχε ιδιαίτερη ευαισθησία για τους μετανάστες στις ΗΠΑ και πριν από όλους βέβαια τους Ιταλούς.

Αντίθετα με ό,τι συνήθιζε ως τότε ο Μorricone έδωσε σολιστικό «ρόλο» σε κάποια όργανα στα θέματα του, σε δύο στο όμποε και, πολύ περισσότερο, σε τρία στα πρωτόλεια ακόμα synthesizers, κάτι που προσέδιδε ένα φουτουριστικό, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής, «χρώμα» στην μουσική του. Οι παραγωγοί της ταινίας όμως ήθελαν και μερικά τραγούδια και για τη φωνή που θα τα ερμήνευε επέλεξαν εκείνη της Joan Baez και σε αυτό το σημείο άρχισε να εμφανίζεται ένα πρόβλημα. Τι κοινό μπορούσαν να έχουν ένας Ιταλός συνθέτης με στέρεα κλασική παιδεία, βιρτουόζος της τρομπέτας και με πολλές γνώσεις για την jazz με μιαν αυτοδίδακτη Αμερικανίδα τραγουδοποιό, ερμηνεύτρια και κιθαρίστρια της folk protest; Πόσο εύκολη ή και εφικτή ακόμα μπορούσε να είναι η συνεργασία τους;

Καταρχάς η Baez είχε την ιδέα να δώσει στον Μorricone το σονέτο The New Colossus που η Έμα Λάζαρους έγραψε το 1883 και είναι χαραγμένο στη βάση του Αγάλματος της Ελευθερίας. Εκείνος το μελοποίησε με τον δικό του τρόπο και το αποτέλεσμα είναι τα τρία μέρη του.

Χρειάζονταν όμως και ένα ακόμα, καταληκτικό τραγούδι. Υπάρχει μια ιστορία που λέει ότι η Baez ένα βράδυ στο στούντιο άρχισε να τραγουδά στον Morricone λίγους στίχους που είχε μελοποιήσει και – σύμφωνα με έναν αστικό μύθο – ήταν φράσεις από μια συνέντευξη την οποία είχε δώσει ο Βαντσέτι μέσα στη φυλακή λίγο πριν την εκτέλεση του. Εκείνος τη ρώτησε τι ήταν αυτό, κουπλέ, ρεφρέν και αν τέλος πάντων υπήρχε μια συνέχεια. «Όχι, αυτό είναι όλο και δεν νομίζω ότι θα υπάρξει περισσότερο», απάντησε η Baez. O Morricone της είπε να το ξανατραγουδήσει, κάθισε στο πιάνο και άρχισε να σχεδιάζει μια πιο ολοκληρωμένη μελωδία συμπληρώνοντας εκείνη της φωνής.

Ο Il Maestro δεν είχε αποκτήσει τυχαία αυτό το προσωνύμιο, ήταν κατεξοχήν δημιουργός οργανικής μουσικής και τα τραγούδια δεν του πήγαιναν, δεν καταλάβαινε καλά ούτε καν τον «μηχανισμό» τους και για αυτό στην μακρά διαδρομή του έγραψε μετρημένα στα δάκτυλα. Με το μουσικό ένστικτο του αντιλήφθηκε ότι το κυριότερο που είχε στη διάθεση του και πάνω στο οποίο έπρεπε να στηριχθεί ήταν η δύναμη αυτών των λίγων απλών λέξεων. Μετά από μια εισαγωγή με το Hammond organ να θυμίζει διόλου συμπτωματικά εκκλησιαστικό όργανο δόμησε λοιπόν το θέμα του γύρω από την ερμηνεία τους από την Joan Baez, αφήνοντας την να τους επαναλάβει ξανά και ξανά με απειροελάχιστες μετατροπίες ή και προσθήκες στην ενορχήστρωση αλλά δημιουργώντας με πολλαπλές ηχογραφήσεις της φωνής της μιαν ιδιότυπη χορωδία. Ετσι στο «Here's To You» με όχημα την κρυστάλλινη φωνή της Joan Baez και ένα τετράστιχο ο Ennio Μorricone δημιούργησε έναν γλυκόπικρο παιάνα όχι της επανάστασης αλλά όλων των ανθρώπων που μοχθούν για την επιβίωση και για να κάνουν λίγο καλύτερη την ζωή τους, έναν διαχρονικό ύμνο σε μια τόσο άδικη αλλά και αξιοπρεπή ήττα ώστε να καταλήγει αληθινή και περίλαμπρη νίκη.

Πίνουμε σε εσάς Νικόλα και Μπαρτ

Αναπαυθείτε για πάντα εδώ στις καρδιές μας

Η τελευταία και οριστική στιγμή είναι δική σας

Αυτή η αγωνία είναι ο θρίαμβος σας

 

(ζωντανή εκτέλεση με ορχήστρα και χορωδία υπό την διεύθυνση του Morricone)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: