ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2025

Ποιός ήταν ο διαβόητος Καπετανάκης με τον οποίο "τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε";

Οι ρεμπετολόγοι και άλλοι φιλόμουσοι του είδους ερίζουν για την ταυτότητα του Καπετανάκη. Όλα ξεκίνησαν από την ατεκμηρίωτη πληροφορία του Ηλία Πετρόπουλου ότι το τραγούδι γράφτηκε γύρω στα 1930 και ότι ο Καπετανάκης ήταν δεσμοφύλακας.
ΜΑΝΙΑΤΗΣ Ο ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ; «Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη, που 'χει ντούγκλα στο μουστάκι»: Ποιός ήταν ο διαβόητος Καπετανάκης με τον οποίο "τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε"; Το τραγούδι “Δεν ξανακάνω φυλακή (Ο Καπετανάκης)” κυκλοφόρησε στη δεκαετία του 1970 αλλά φαίνεται ότι γράφτηκε στη δεκαετία του 1950. Οι ρεμπετολόγοι και άλλοι φιλόμουσοι του είδους ερίζουν για την ταυτότητα του Καπετανάκη. Όλα ξεκίνησαν από την ατεκμηρίωτη πληροφορία του Ηλία Πετρόπουλου ότι το τραγούδι γράφτηκε γύρω στα 1930 και ότι ο Καπετανάκης ήταν δεσμοφύλακας. Ετσι η έρευνα για το μυστηριώδες αυτό πρόσωπο επικεντρώθηκε στην εξεύρεση του δεσμοφύλακα. Κάποιες άλλες εκδοχές Σύμφωνα με τον εθνομουσικολόγο Γιάννη Πλεμμένο, ο Καπετανάκης του τραγουδιού ήταν ο Μεσσήνιος Τάσος Καπετανάκης, γεννημένος το 1930, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1950 είχε κάνει φυλακή μαζί με τον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο, ο οποίος ήταν ο στιχουργός του τραγουδιού. Ο Πλεμμένος επικαλείται ατεκμηρίωτη πληροφορία του λαογράφου Ηλία Πετρόπουλου ότι το τραγούδι γράφτηκε γύρω στα 1930 και ότι ο Καπετανάκης ήταν δεσμοφύλακας. Ο ερευνητής πιθανολογεί πως ο Καπετανάκης ήταν κάποιος διαβόητος διευθυντής (επιστάτης) των φυλακών της Παλιάς Στρατώνας από την Κρήτη, που εργάστηκε εκεί, τη δεκαετία του 1920, όμως στο τέλος, απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό και εστιάζει στο ενδεχόμενο να ήταν συγκρατούμενος του Μιχαλόπουλου κατά τη δεκαετία του ’50. Υποστηρίζει ότι το «δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη» σημαίνει ότι «όσο παραμένει ο Καπετανάκης μέσα στη φυλακή, δεν ξαναπαρανομώ ώστε να μην μπλέξω ξανά μαζί του». Από την άλλη, ο μελετητής Ελευθέριος Σκιαδάς, σε άρθρο του υποστηρίζει ότι ο μυστηριώδης Καπετανάκης ήταν ο Βρασίδας Καπετανάκης (1900-1966), γιος του Ηλία Καπετανάκη (1858-1923), γόνου μεγάλης μανιάτικης οικογένειας. Ο Βρασίδας Καπετανάκης είχε πράγματι φυλακιστεί περί το 1949 για πολύ λίγο, επειδή ήταν πρόεδρος ενός συνεταιρισμού στον οποίο σημειώθηκαν ατασθαλίες. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπάρχουν απτές αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν ότι ο εν λόγω Καπετανάκης ήταν ο «Καπετανάκης» του τραγουδιού. Οι διαφορετικοί στίχοι «Δεν ξανακάνω φυλακή, μες την Παλιά Στρατώνα, καλοκαίρι και χειμώνα», λέει ο Στέλιος Κερομύτης στο παραπάνω απόσπασμα, από μουσική εκπομπή του 1976, στο οποίο τραγουδάει μαζί του η Μαρίζα Κωχ. Σε άλλον στίχο, τον ακούμε να «διαμαρτύρεται» στον Καπετανάκη πως «έσπασε τον μπαγλαμά» εκείνου και της παρέας του. Φαίνεται πως όντως ο Καπετανάκης υπήρξε στη φυλακή της Παλιάς Στρατώνας στην Κρήτη, αλλά δεν ήταν πρόσωπο εντός των κελιών. Επίσης, στο παραδοσιακό κομμάτι «Έσπασες τα πιάτα» του Κώστα Νούρου (1929), το οποίο στο πέρασμα των ετών γνώρισε αμέτρητες διασκευές (μέχρι και οι Villagers of Ioannina City δανείστηκαν αναφορές) ακούμε τον ερμηνευτή να λέει: Δεν πάω πια στη φυλακή, αμάν και στου Καπετανάκη, γιαφ γιουφ γιατί μου βγάλαν τ’ όνομα, αμάν πως πίνω το μαυράκι, γιουφ αμάν ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ΤΕΛΙΚΑ Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ Τελικά, προκύπτει πως ο Καπετανάκης του τραγουδιού είναι ο κρητικός Ιωάννης Καπετανάκης, που ήταν διευθυντής των φυλακών της Παλαιάς Στρατώνας το 1920. Ο Ιωάννης Καπετανάκης γεννήθηκε στο Μοχό Πεδιάδος Ηρακλείου το 1879. Πατέρας του ήταν ο οπλαρχηγός του Μοχού κατά την επανάσταση του 1897, Δημήτριος Καπετανάκης ΜΗΤΡΩΟ ΑΡΡΕΝΩΝ ΤΟΥ ΜΟΧΟΥ ΠΕΔΙΑΔΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ Ο Ιωάννης Καπετανάκης χαρακτηρίζεται ως σκληρός επαναστάτης. Τα χρόνια αυτά που έζησε στην τουρκοκρατία τον έκαναν έναν σκληρό αγωνιστή και ακόμα πιο σκληροτράχηλο άνθρωπο. Έλαβε μέρος στην επανάσταση του Θέρισου το 1905 κι εκεί γνωρίστηκε με το Βενιζέλο ο οποίος εκτιμώντας την ικανότητα του και την δύναμη που διέθετε τον πήρε στην προσωπική του φρουρά. Επί Κρητικής Πολιτείας τον διόρισε ως βαθμοφόρο στην Κρητική Χωροφυλακή και αργότερα επί Αρμοστείας Ζαΐμη μπήκε στην Πολιτοφυλακή της Κρήτης υπηρετών στο Ηράκλειο. Το 1920 τον συναντούμε Επιστάτη, κάτι σαν Διευθυντή στις φυλακές στον Παλαιό Στρατώνα στο Μοναστηράκι. Στην πλατεία στο Μοναστηράκι δίπλα στον Μεντρεσέ, ήταν τότε η περίφημη φυλακή της Παλιάς Στρατώνας. Παλαιότερα ήταν το παλάτι (Σεράϊ) του Τούρκου διοικητή της Αθήνας Χατζή Αλή Χασεκή, κτήριο του 1780 περίπου. Με την άφιξη του Όθωνα το σεράϊ αυτό μετατράπηκε σε στρατώνες όπου στεγάστηκαν οι Βαυαροί στρατιώτες. Τέλος μετατράπηκε σε φυλακές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων όπως λέγεται ήταν βάναυσες και απάνθρωπες. Εκεί ήταν διευθύνων ο Καπετανάκης και όλοι τον χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα αυστηρό και επιβλητικό σαν διευθυντή. ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΑ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ Μέσα εκεί μαζεύτηκαν όλοι οι παράνομοι της πόλης, από κουτσαβάκηδες, παλικαράδες, νταήδες, μόρτες και λήσταρχους, μέχρι δολοφόνους και εγκληματίες. Μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση με κάθε είδους αποβράσματα της κοινωνίας να αναμειγνύονται. Το Νοέμβριο του 1920 , δόθηκε με βασιλικό διάταγμα αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, πλην των συμμετεχόντων στα Ιουλιανά. Επωφελήθηκαν οι ποινικοί κρατούμενοι, αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν, εξεγέρθηκαν και έβαλαν φωτιά στη φυλακή. Συνεπλάκησαν με τη φρουρά με αποτέλεσμα ο Καπετανάκης ως επικεφαλής και οι δεσμοφύλακες για να μπορέσουν να διαφυλάξουν την ισορροπία της φυλακής και να ανακόψουν τις επικείμενες δραπετεύσεις να χτυπήσουν πολύ άσχημα ορισμένους και να τραυματίσουν 15 κρατουμένους εκ των οποίων οι 4 σοβαρά. Τόσος ήταν ο πόνος για την χαμένη εξέγερση από τους φυλακισμένους που από τα σπλάχνα της φυλακής εκείνης βγήκαν οι στίχοι αυτού του τραγουδιού, αλλά και πολλών άλλων. Ρεπορτάζ της εφημερίδας “Πατρίς” (5/11/1920) για την εξέγερση στις φυλακές που διηύθυνε ο Νικόλαος Καπετανάκης Ο ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ ΛΕΓΕΤΑΙ ΠΩΣ ΕΙΧΕ ΜΑΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ ΤΟΥ. Το μουστάκι του ήταν περιβόητο. Του έκανε ιδιαίτερη περιποίηση και το πρόσεχε σαν τα μάτια του. Ήθελε να είναι στη ντούγκλα που λένε (περισσότερα παρακάτω). Για τον λόγο αυτό το έβαζε την νύχτα όταν έπεφτε να κοιμηθεί με μυστακοδέτη. Ένα είδους φιλέ με άλειμμα μπριγιαντίνης για να μην τσαλακώνεται. Μια ιεροτελεστία που γινόταν από τους μουστακαλήδες της εποχής και ιδιαίτερα τους οπλαρχηγούς, για να κρατήσουν τον μύστακα σε κατάλληλη φόρμα δηλαδή. Μια φήμη που βγήκε ακόμα και στις εφημερίδες της εποχής ήταν πως κατά της εξέγερση στη φυλακή ο Καπετανάκης βούτηξε ένα ποσόν της τάξεως των 30.000 δρχ. και εξηφανίσθη. Ήταν τα χρήματα διαβίωσης και σίτισης της φυλακής, μιας και τα κλειδιά του ταμείου τα φύλαγε εκείνος. Όμως οι φήμες στάθηκαν αβάσιμες διότι ο Καπετανάκης τα επέστρεψε τα χρήματα ακέραια, λέγοντας πως τα είχε πάρει για να τα διαφυλάξει από το πλιάτσικο και τη φωτιά κατά την εξέγερση των κρατουμένων και όταν ηρέμισαν τα πράγματα επέστρεψε μαζί με τα χρήματα και τα τοποθέτησε στην θέση τους. Γι’ αυτό εξ άλλου παρέμεινε στην θέση αυτή μέχρι και τη δεκαετία του 1930, μέχρι το 1932 χρονιά που έκλεισαν οι φυλακές αυτές. Στο πέρασμα των ετών, ο διευθυντής Καπετανάκης πήρε αξιώματα και σε φυλακές της Αθήνας (Συγγρού) και στη Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο). Οι κρατούμενοι δεν άντεχαν την πιεστική και αυταρχική συμπεριφορά του, και διαμαρτύρονταν, είτε μέσω επιστολών σε εφημερίδες, είτε κάνοντας απεργία πείνας. Το 1932 προφυλακίστηκε, ύστερα από καταγγελίες κρατουμένων για κακή μεταχείριση. Λέγεται πως έτυχε πολλών διώξεων λόγω της ιδιαίτερης σχέσης του με τον Βενιζέλο από τους πολιτικούς του αντιπάλους και η οικογένεια του είχε οδυνηρά βιώματα εξ αυτού. Οι πληροφορίες μας λένε πως απεβίωσε το 1951. Είχε πέντε- έξη ακόμα αδέλφια. Τον Γεώργιο, Μηνά, Κωνσταντίνο, Φωτεινή και Σοφία κ.α. Έκανε οικογένεια και δυο μάλλον θυγατέρες. ΤΙ ΗΤΑΝ Η «ΝΤΟΥΓΚΛΑ» ΣΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ Κατά τη δεκαετία του 1930, σε μία εποχή που οι περισσότεροι άντρες είχαν μουστάκι, υπήρχαν αρκετά προϊόντα για την περιποίηση τους. Το καλλυντικό «Douglas», αρκετοί Έλληνες το διάβαζαν γαλλικά, «Ντούγκλας». Οπότε, είναι πιθανό, ο Καπετανάκης να έχει βάλει αλοιφή «Ντούγκλα» στο μουστάκι του. Ωστόσο, η εκδοχή αυτή προσκρούει στο ότι δεν υπάρχουν τεκμήρια για την τότε ύπαρξη μάρκας Douglas. Μία πιθανότερη εκδοχή είναι η εξής: Ο Ντάγκλας (γαλλιστί Ντούγκλας) Φέρμπανξ (Douglas Fairbanks, 1883-1939) ήταν ένας από τους πρώτους αστέρες του κινηματογράφου, γνωστός από ταινίες όπως ο «Κλέφτης της Βαγδάτης». Το μουστάκι του έγινε γνωστό ως «μουστάκι ντούγκλα(ς)», και υιοθετήθηκε και στην Ελλάδα από πολλούς άντρες, επώνυμους (όπως ο Μανώλης Χιώτης), και ανώνυμους. Φαίνεται λοιπόν, πως ο Καπετανάκης είχε «ντούγκλας το μουστάκι», μια φράση ομόηχη με το «ντούγκλα στο μουστάκι». ΤΙ ΗΤΑΝ ΤΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΙΑ Σύμφωνα με το slang.gr, το τραγούδι αυτό εκφράζει το παράπονο του ήρωα για την ύβρι του διευθυντή προς τη μάνα του (την «πότισες φαρμάκι»), της οποίας το ήθος προφανώς θα αμφισβήτησε ο διευθυντής σε κάποιο επισκεπτήριο, γι’ αυτό και η εξήγηση για το υπονοούμενο περί «μελιτζανιών» που ήταν τα εσώρουχα που φορούσαν οι πόρνες. Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι πόρνες χρησιμοποιούσαν για αντισηπτικό, διάλυμα υπερμαγγανικού καλίου, το οποίο έχει χρώμα μοβ. Για να μη φαίνονται οι λεκέδες στα εσώρουχα, χρησιμοποιούσαν υφάσματα σε χρώμα μελιτζανί. Έτσι η φράση «τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια» σημαίνει «δε θα είσαι πια πόρνη, και δεν θα φοράς μελιτζανιά εσώρουχα». Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή στο 24grammata.com ο αδέσποτος στίχος “τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια” χρησιμοποιείται στη νησιώτικη και στη στεριανή παράδοση πολύ πριν τους ρεμπέτες, ίσως και αιώνες νωρίτερα (είναι γνωστό η ρεμπέτικη ποίηση διαφύλαξε τη λαϊκή ποίηση αιώνων), και χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πένθος. Το μελιτζανί, το μοβ (η λέξη μοβ απαντάται μετά το το 1856 και σχηματίστηκε από τον Χημικό Sir William Henry Perkin), είναι το χρώμα του πένθους, του σάβανου και της χηρείας. Με άλλη λόγια είναι μια διαχρονική ευχή να πάψει κάποια γυναίκα τη χηρεία και να ξαναφτιάξει τη ζωή της …”όταν θα με φιλήσεις τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια”. ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΑΝΩ ΦΥΛΑΚΗ (Ο ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ) – ΣΤΙΧΟΙ Δεν ξανακάνω φυλακή. με τον Καπετανάκη που `χει ντούγκλα στο μουστάκι τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Τη δόλια τη μανούλα μου την πότισες φαρμάκι, αχ, εσύ Καπετανάκη. Τα μελιτζανιά να μην τα βάλει πια. Ξυπνώ και βλέπω σίδερα, στη γη στερεωμένα τα παιδάκια τα καημένα. Τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε πηγή: mantinades (Από το σάιτ: Δημοτική Αγορά της Λακωνίας)

Δεν υπάρχουν σχόλια: