ΑΛΛΑΓΗ EMAIL

Οι φίλοι αναγνώστες μπορεί να στέλνουν τα μηνύματά τους στο εμέηλ στο οποίο θα προτιμούσε ο διαχειριστής να τα λαμβάνει. Παράλληλα επειδή η Maicrosoft μας λογόκρινε και μπλόκαρε το μαιηλ gmosxos1@hotmaihl. com άνοιξε και ισχύει πλέον το εμέηλ gmosxos23.6.1946@gmail.com το οποίο μπορείτε να χρησιμοποιείτε .ΤΗΛ. ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ 6938.315.657 & 2610.273.901

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Κριτική βιβλίου: «Έμπαινα στην στοά και δεν ήξερα αν θα βγω»

 

Πρόκειται για ένα πρωτότυπο βιβλίο που αφορά τις ιστορίες ζωής οκτώ υπερήλικων σήμερα ανδρών που εργάστηκαν «στα σπλάχνα της Σερίφου» την τελευταία περίοδο λειτουργείας των μεταλλείων, καθώς και ιστορίες γυναικών και ανθρώπων που ενεπλάκησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη ζωή των μεταλλείων και της κοινότητας.

Όπως μαθαίνουμε ήδη απ’ τον πρόλογο της συγγραφέως «Όλοι έχουν να θυμηθούν ατυχήματα, δυστυχήματα, νεκρούς που κουβάλησαν στον ώμο τους. Το χτύπημα της καμπάνας ακόμη και σήμερα τους προκαλεί ανατριχίλα γιατί τότε ήταν προμήνυμα θανάτου».

Nέο-αποικιακή εκμετάλλευση

Το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα κείμενο του Νίκου Μπελαβίλα που τοποθετεί τα λατομεία της Σερίφου στο ευρύτερο πλαίσιο της εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα σ’ ένα περιβάλλον νέο-αποικιακής εκμετάλλευσης, όχι μόνο του σιδηρομεταλλεύματος, αλλά και της τοπικής κοινωνίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει: Από το 1860 έως το 1964, στη Σέριφο έγινε η εξόρυξη περισσότερων από δέκα εκατομμύρια τόνων υψηλής ποιότητας σιδηρομεταλλεύματος, οι οποίοι εξάγονταν στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Από τη δεκαετία του 1870, πολλές εταιρείες συμμετείχαν στην εκμετάλλευση των μεταλλείων του νησιού. Η σημαντικότερη ήταν η «Σέριφος-Σπηλιαζέζα», υπό τη διεύθυνση του Γερμανού μεταλλειολόγου Αιμίλιου Γκρώμαν και των απογόνων του, που διοικούσαν τα μεταλλεία μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο τελευταίος της οικογένειας, συνεργάτης των Ναζί, εγκατέλειψε το νησί με την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η εξόρυξη του σιδηρομεταλλεύματος συνεχίστηκε υπό την επίβλεψη του Σπήλιου Αγαπητού, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαχείριση των μεταλλείων, ενώ οι Γερμανοί αγόραζαν όλη την παραγωγή για τις ανάγκες της πολεμικής τους βιομηχανίας. Οι τίτλοι ιδιοκτησίας εκείνης της σκοτεινής περιόδου, χρησιμοποιούνται μέχρι και σήμερα για διεκδικήσεις γης. Παρά τη σκληρή εργασία και τις επικίνδυνες συνθήκες, η οικονομική ανάπτυξη που επέφερε η μεταλλευτική δραστηριότητα δεν μεταφράστηκε σε κοινωνική πρόοδο."

Το βιβλίο, σύμφωνα με τον Μπελαβίλα, αποτελεί ένα άυλο αποθετήριο της ιστορικής μνήμης, και θα πρόσθετα εγώ, ότι η συλλογική μνήμη παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στο παρελθόν αφορά το κοινό μας μέλλον, κάτι που το υπαινίσσεται με σαφήνεια και η συγγραφέας στον πρόλογό της.

Ο Μπελαβίλας υποστηρίζει επίσης, ότι η απεργία του 1916 παραμένει ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, συμβολίζοντας την αντίσταση απέναντι στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Αν και οι εργάτες της Σερίφου δεν πέτυχαν άμεσα τα αιτήματά τους, ο αγώνας τους καθόρισε τις μελλοντικές διεκδικήσεις των εργατών σε όλη τη χώρα. Η ιστορία των μεταλλείων της Σερίφου αποτελεί μαρτυρία της ανθρώπινης προσπάθειας για αξιοπρέπεια και καλύτερες συνθήκες εργασίας, παρά τις αντιξοότητες.

Ο επίλογος πλαισιώνεται από ένα κείμενο της Μαίρης Κόντζογλου, συγγραφέως του μυθιστορήματος «Από ήλιο σε ήλιο», που πρόσφατα έχει γίνει τηλεοπτική σειρά. Το τελευταίο είναι που κινητοποίησε τη συγγραφέα να ερευνήσει και να μας μεταφέρει τις μνήμες των τελευταίων επιζώντων που είχαν άμεση εμπλοκή στα ορυχεία και στις επικίνδυνες στοές σε μια εποχή που ως προς τα εργασιακά δικαιώματα δεν είναι και τόσο μακριά από εμάς.

Θα βρούμε επίσης ένα κείμενο του ιστορικού Βαγγέλη Καραμανωλάκη που μας εισάγει στα πρώτα βήματα του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα και στη μεγάλη απεργία του 1916 με νεκρούς, καθώς και στην ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης της ταξικής συνείδησης.

Στο τέλος, το βιβλίο πλαισιώνεται από ένα κείμενο του Συλλόγου Μεγάλου Λειβαδίου Σερίφου, απ’ το πρωτοποριακό καταστατικό του Συλλόγου και από φωτογραφίες από προσωπικές συλλογές που εμπλουτίζουν τη γνώση σχετικά με την εποχή και τις ασύλληπτες αντιξοότητες της εργασίας των μεταλλωρύχων.

 

Μαρτυρία Αντώνη Λιβάνιου

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι με τους οποίους μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια της μαρτυρίας. Γίνομαι μάρτυρας σ’ ένα γεγονός που είμαι παρών ή που το γνωρίζω μέσω της αφήγησης και συμπάσχω, υποφέρω απ’ αυτή τη γνώση. Η Χριστακάκη εκπληρώνει και τους δύο αυτούς ρόλους καθώς δεν υπαινίσσεται καθόλου ότι μιλά απ’ τη θέση της αποστασιοποιημένης ερευνήτριας αλλά, αντίθετα, το κάνει με ιδιαίτερη ενσυναίσθηση και μας κλείνει το μάτι στον πρόλογό της ότι όλα όσα περιγράφονται στο βιβλίο είναι μπροστά μας.

Ας δούμε ένα απόσπασμα απ’ τη μαρτυρία του Αντώνη Λιβάνιου, με τίτλο «Έμπαινα στην στοά και δεν ήξερα αν θα βγω» που είναι αντιπροσωπευτική από πολλές απόψεις στις μαρτυρίες που αποτελούν το βιβλίο. 

«Γεννήθηκα το 1938 στον Κουταλά. Πατέρα δεν γνώρισα γιατί πέθανε το 1941. Έζησα με μια μάνα που ήταν και πατέρας. Από τότε που κατάλαβα τον κόσμο ακούω την λέξη μεταλλεία. Οι ντόπιοι από τα γεννοφάσκια τους ήταν μεταλλωρύχοι. Εδώ στον Κουταλά – όταν είχαν ζωή τα μεταλλεία – ζούσαν 2.000 άτομα. Ό,τι σήμερα είναι ερείπιο, τότε ήταν σπίτι όπου έμεναν πολυμελείς οικογένειες. Όλοι οι άνδρες δούλευαν στα μεταλλεία. Μέρα-νύχτα, δυο βάρδιες…

1951. Ήμουν 13 χρόνων, όταν ξεκίνησα την δουλειά στα μεταλλεία. Δούλευα έξω από τις στοές, στην επιφάνεια. Υπήρχαν γερόντια, όπως ο μπάρμπα-Αντώνης, ο Γιώργης, ο Κοσμάς που μας έδειχναν ποιο είναι το καθαρό μεταλλείο (σ.σ. το μετάλλευμα εννοεί), ποιο είναι το άχρηστο, ποιο είναι το μάρμαρο. Κάθε μαύρη πέτρα δεν ήταν μετάλλευμα. Μαζεύαμε το άχρηστο μέσα στο κοφίνι, το βάζαμε πάνω σε ένα βαγόνι και συνήθως κατέληγε στην θάλασσα όταν είχε φουρτούνα (χαμογελά με νόημα). Σκληρή, κουραστική, χειρωνακτική εργασία για όλες τις ειδικότητες: τους πιστολαδόρους, τους μπαζαδόρους, αυτούς που έκαναν την διαλογή, τους μιναδόρους, αυτούς που έβαζαν φουρνέλο με τα χέρια, χωρίς μηχανική υποστήριξη. Βάναυση δουλειά… Υπήρχαν και οι μηχανικοί που έστελναν αέρα στους πιστολαδόρους. Εγώ έκανα την δουλειά του χαμάλη περίπου ένα χρόνο. Τότε εργολάβος ήταν ο Γιάννης Λεφές από την Ικαρία. Μέχρι που τραυματίστηκα. Δούλευα καθημερινά από τις 6 το χαράματα μέχρι την δύση του ήλιου. Ευτυχώς το σπίτι μου ήταν κοντά, γιατί οι άλλοι ερχόταν με τα πόδια. Σχολείο πήγαμε μέχρι που κηρύχτηκε ο πόλεμος. Οι Ιταλοί που ήρθαν στην Σέριφο, μας έβγαλαν από τα σπίτια μας και μας έστειλαν τέσσερα άτομα σε ένα κελάκι. Το σχολείο το είχαν επιτάξει οι Ιταλοί. Εγινε «κομαντατούρα» γι’ αυτό και μεις, δεκατρείς μαθητές, πηγαίναμε στο σχολείο στο Μέγα Λειβάδι. Περπατούσαμε καθημερινά τέσσερα-πέντε χιλιόμετρα. Όλα τα παιδιά του Κουταλά».

 

«Η στοά είναι του χάρου τα δόντια»

Απ’ την ίδια αφήγηση μαθαίνουμε ότι πολλά παιδιά, ντόπια και ξενομερίτες, δουλεύουν στα μεταλλεία καθώς δεν υπήρχε γυμνάσιο στη Σέριφο. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μένουν σε τρία ερειπωμένα κτίρια που έμοιαζαν με στρατώνες μάς λέει ο αφηγητής, και είχαν κάποιους υποτυπώδεις κοινόχρηστους χώρους για τις ανάγκες τους. Απ’ τον ίδιο αλλά και από άλλους αφηγητές μαθαίνουμε ότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα εκείνη την εποχή, παρά μόνο μουλάρια. Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα ήταν για να μεταφέρουν το μετάλλευμα κι όχι τους εργάτες.

Μας πληροφορεί επίσης ότι δούλευαν και τα Σαββατοκύριακα, χωρίς καμιά παύση. Μαθαίνουμε ότι το οκτάωρο παραβιαζόταν συνεχώς και ότι το μεροκάματο δεν έφτανε και ότι όλοι αναγκάζονταν να δουλέψουν υπερωρία που όμως δεν την πληρώνονταν ως υπερωρία και ότι ο μισθός δεν έφτανε πάντα στα χέρια τους.

Ο Λιβάνιος μας μιλά για τους τραυματισμούς που ήταν συνηθισμένοι, αλλά και για τον δικό του τραυματισμό με αποτέλεσμα σταδιακά να ατροφήσει το πόδι του, για την αθλιότητα του συστήματος υγείας στη προσπάθειά του να θεραπευτεί, για την απουσία της εταιρείας σ’ αυτό το εργατικό ατύχημα, αλλά και τη στήριξή του απ’ το σωματείο, για τον αγώνα του μέχρι να ξαναπροσληφθεί. Μαθαίνουμε επίσης ότι έγινε ο ίδιος μάρτυρας σε θανατηφόρα ατυχήματα άλλων με ονόματα και επώνυμα και για μοιραίους τραυματισμούς, καθώς δεν υπήρχαν μέτρα ασφάλειας, «η στοά είναι του χάρου τα δόντια» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Μαθαίνουμε ακόμη για αποζημιώσεις που δεν δόθηκαν ποτέ, για ασθένειες του αναπνευστικού που χτυπούσαν συστηματικά τους εργαζόμενους καθώς ήταν υποχρεωμένοι να αναπνέουν όλες τις αναθυμιάσεις απ’ τα εκρηκτικά κι απ’ τη σκόνη, ενώ ο εξαερισμός ήταν άγνωστος. Μαθαίνουμε για τις εργαζόμενες γυναίκες απ’ το Μαντούδι απ’ το 1958 και μετά και τέλος για τους εκβιασμούς που αφορούσαν την ιδιοποίηση  της αγροτικής γης και την καταπάτησή της σε συνθήκες εκβιαστικής χρησικτησίας. Μαθαίνουμε για εργολάβους που χρεωκοπούν και φεύγουν χωρίς να πληρώσουν, για ανασφάλιστη εργασία, για διεκδικήσεις της γης ακόμα και σήμερα απ’ τους κληρονόμους των εταιρειών εκμετάλλευσης. Σε πολλές μαρτυρίες επαναλαμβάνονται οι λέξεις λεηλασία, φτώχεια, εκβιασμός, εκμετάλλευση, θάνατος.

Ο Α. Λιβάνιος, αναφέρεται σε μια ακόμα πτυχή της νέο-αποικιακής σχέσης που επέβαλε η Γερμανική εταιρεία. Στην εποχή τού Γκρώμαν έλεγαν «δώσε το χωράφι σου και θα σε κάνω επιστάτη», έτσι χωρίς συμβόλαιο. Από άλλες αφηγήσεις μαθαίνουμε ότι απειλή για την καταπάτηση της γης γινόταν με την απειλή της απόλυσης. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες  για την καταπάτηση της γης με τη συνδρομή «μαγκουροφόρων».

 

 

Ευχαριστίες κι ένα ποιήμα

Ανάμεσα σ’ αυτές και σ’ αυτούς που ευχαριστεί η συγγραφέας είναι η Μαίρη Κόντζογλου για το μυθιστόρημά της «Από ήλιο σε ήλιο», «ο ποιητής Δημήτρης Ζάχαρης που επιμελήθηκε τις συνεντεύξεις και μας πρόσφερε ένα υπό έκδοση ποίημά του, όπου υπάρχει ο συμβολισμός της ασφυξίας και του εγκλωβισμού που βιώνει ο ίδιος ως ασθενής της νόσου Als, όπου ο νους, η μνήμη και τα συναισθήματά του ασφυκτιούν μέσα στο ακινητοποιημένο πάσχον σώμα, όπως ο εγκλωβισμένος στη σκοτεινή γαλαρία που καταρρέει. 

Ακολουθεί το ανέκδοτο ποίημα του Δημήτρη Ζάχαρη».

«Εκεί»

Χθες το μυαλό έφυγε πάλι. Ξεστράτισε μακριά,

εκεί που δεν το όριζα πια.

Και στον δρόμο το ρωτήσανε:

«Ναυάγιο ή παλιό ορυχείο;» Διάλεξε το δεύτερο.

Και γέμισε η ζωή μου σκόνη, σκοτεινά λαγούμια, παρατημένα εργαλεία, πέτρες, σκουριά και φόβο.

Εκεί νομίζει το μυαλό μου ότι ζει:

Σε σάπιο σώμα, μισητό...

Εκεί πέρασε ολόκληρη την μέρα, εκεί νύχτωσε.

Στο τελείωμα των ονείρων

και των προδομένων αναμνήσεων.

Ο Δημήτρης Ζάχαρης πάσχει από την νόσο Als

 

Γερμανική και εγχώρια ελίτ 

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο, όχι μόνο γιατί μαθαίνουμε τι συνέβη στη Σέριφο κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά μαθαίνουμε τι συμβαίνει σε μια χώρα που παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε αποικία, υπήρξε το πεδίο άσκησης αποικιακών πολιτικών σε βάρος κυρίως των λιγότερο προνομιούχων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Αντίστοιχα το κράτος ταυτίστηκε πλήρως με τα συμφέροντα των επιχειρηματικών ελίτ - είτε αυτές ήταν η γερμανική εταιρεία Γκρώμαν είτε οι εγχώριες επιχειρηματικές ελίτ.

Το ελληνικό κράτος είναι αυτό που φροντίζει για την αστυνόμευση των εργαζόμενων και για τις συνθήκες «γαλέρας», που αφορούν την απουσία προστασίας της ανθρώπινης ζωής, της παιδικής ηλικίας, την απουσία ασφάλισης, την απλήρωτη εργασία. Είναι το κράτος που δολοφονεί όταν οι εργαζόμενοι διεκδικούν το οκτάωρο και την αμοιβή για την εργασία τους, όπως έγινε στην απεργία του 1916 που οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό και καθοδηγήθηκε απ’ τον αναρχοσυνδικαστή Κωνσταντίνο Σπέρα και προσπάθησαν να την καθηλώσουν οι 60 χωροφύλακες που ήρθαν επί τούτου απ’ το Γύθειο.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στις θέσεις του για τη φιλοσοφία της ιστορίας, υποστηρίζει, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύεται σε μεγάλο βαθμό σήμερα ακόμα και από κάποιους ιστορικούς ενταγμένους στην παράδοση του ιστορισμού, ότι «το παρελθόν δεν μπορούμε να το αποκαταστήσουμε με τον τρόπο που υπήρξε. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να συλλάβουμε μια ανάμνηση [ή, θα έλεγα, μια παρουσία] όπως αυτή αναβοσβήνει σε μια στιγμή κινδύνου. Ο κίνδυνος αφορά τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους αποδέκτες της. Η ίδια απειλή κρέμεται στα κεφάλια και των δυο: να γίνουν εργαλείο των κυρίαρχων τάξεων … Μόνο ο ιστορικός που θα έχει το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν είναι ακράδαντα πεπεισμένος ότι ούτε οι νεκροί θα είναι ασφαλείς από τον εχθρό αν νικήσει. Και ο εχθρός δεν έχει πάψει να είναι νικηφόρος» (Benjamin 1992:247).

Η κ. Χριστακάκη μ’ αυτό το βιβλίο ενήργησε ως ιστορικός που μας αναζωπύρωσε τη σπίθα της ελπίδας για το παρελθόν, επειδή ίσως γνωρίζει ότι ούτε οι νεκροί και οι νεκρές, στους/στις οποίους/ες αναφέρεται στο βιβλίο της είναι ασφαλείς στην τρέχουσα πολιτική συνθήκη.

Το βιβλίο αφορά το κοινό μας μέλλον, καθώς συνομιλεί άρρητα μεν, αλλά με σαφήνεια, με τις τρέχουσες μορφές «ανάπτυξης» και εργασίας, είτε αυτές λέγονται τουρισμός ως μοναδική οικονομική διέξοδος, είτε πράσινη ανάπτυξη, που κατά κανόνα γίνεται στις πλάτες και σε βάρος των τοπικών κοινωνιών, είτε φτωχοποίηση και χρεωκοπία των «ιθαγενών πληθυσμών» και εκποίηση της αγροτικής γης και της αστικής κατοικίας, σε real estates.

Αυτά στα οποία στοχεύουν τα πολυεθνικά funds είναι κυριολεκτικά, η γη και το ύδωρ. Το βιβλίο αφορά την απουσία των εγγυήσεων για αξιοπρεπή εργασία, των εγγυήσεων που αφορούν την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στους χώρους εργασίας, την κατάργηση του οκταώρου - κάποιοι/ες μπορεί να γουστάρουν να δουλεύουν 13ωρο, μας λέει αυτή η κυβέρνηση – και πολλά αλλά, που κάνουν το βιβλίο εξαιρετικά επίκαιρο. Το παρελθόν, λοιπόν, που περιγράφει η κ. Χριστακάκη δεν είναι περασμένο και τετελεσμένο, δεν αφορά αποκλειστικά το παρελθόν της Σερίφου, αλλά είναι μπροστά μας.

(*) Ο Γιώργος Τσιμουρής είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η κριτική του δημοσιεύτηκε στο avgi.gr

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: