(Ένα μικρό παραμύθι)
Του
Τριαντάφυλλου Ιορ. Μασμανίδη
Μιά φορά και έναν καιρό στη Θαλασσούπολη της Ηλιοχώρας στις 6 του Γενάρη την ημέρα των Θεοφανείων
που ρίχνουν το Σταυρό στη θάλασσα ήταν παρών και ο Αρχηγός των “προοδευτικών”ο Γουλιέλμος.
Την ημέρα εκείνη έκανε κρύο και ο Αρχηγός πάνω από το κοστούμι του φορούσε ένα δερμάτινο μπουφάν και από το λαιμό του κρεμόταν ένα κασκόλ.Από
παλιά ήταν γνωστό πως το κασκόλ αυτό, που συχνά φορούσε ο Γουλιέλμος το χειμώνα
ήταν το γούριτου και πως είχε τάχα μαγικές ιδιότητες.
Όταν τελείωσε ο Αγιασμός των υδάτων στο λιμάνι ο Γουλιέλμος και οι οπαδοί που τον ακολουθούσαν
ξεκίνησαν πεζοπορώντας να πάνε στο Δημαρχείο της Θαλασσούπολης όπου ήταν όλα
έτοιμα από το Δήμαρχο για την υποδοχή του.
Στη διαδρομή αυτή στους κεντρικούς δρόμους της πόλης ο κόσμος χειροκροτούσε και χαιρετούσε
τον Αρχηγό και οι οπαδοί που τον ακολουθούσαν γίνονταν όλο και περισσότεροι.
Σαν έφτασαν στην είσοδο του Δημαρχείου με τη δίφυλλη πόρτα ήταν μόνο το ένα φύλλο ανοιχτό, ο
Γουλιέλμος με τη φρουρά του πέρασαν
πρώτοι ενώ οι οπαδοί που ακολουθούσαν
δυσκολεύονταννα μπουν μέσα. Έγινε ένας χαμός.
Ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, μερικοί δεν μπορούσαν να πάρουν ανάσα.
Ανάμεσα στους οπαδούς ήταν στριμωγμένος και ο Βίκτωρας, φίλος των “προοδευτικών”που, όπως χιλιάδες πολίτες έτσι και αυτός είχε ψηφίσει
να εκλεγεί ο Γουλιέλμος Αρχηγός.
Ο Βίκτωρας με το ζόρι είχε καταφέρει από το δρόμο να ανέβει στο πεζοδρόμιο και ήθελε δυό τρία
μέτρα για να φτάσει στην είσοδο του Δημαρχείου, όταν βλέπει έκπληκτος δύο από
τους φρουρούς να προσπαθούν κόντρα στο ρεύμα να βγουν έξω από το κτήριο.
Τελικά
μόνο ο ένας φρουρός μπόρεσε να περάσει έξω ενώ ο άλλος ακριβώς πάνω στην είσοδο
σηκώνει ψηλά το χέρι του κρατώντας το δερμάτινο μπουφάν του Αρχηγού που πάνω
του κρεμώταν το “μαγικό κασκόλ” και λέει στο συνάδελφό του:«Πάρε εσύ το μπουφάν
αφού μπόρεσες να βγεις να το πας στο αυτοκίνητο».
Όταν ο Βίκτωρας βρέθηκε ένα βήμα πριν την είσοδο βλέπει κάτω στο δάπεδο το “μαγικό κασκόλ” να το
ποδοπατούν όσοι περνούσαν μέσα χωρίς κανένας να επιχειρεί να το μαζέψει, κανένας δεν του έδινε σημασία.
Με υπέρμετρη προσπάθεια ο Βίκτωρας για να αντισταθεί στην πίεση που δεχόταν απο
τους οπαδούς, έσκυψε και σήκωσε από κάτω το πολυπατημένο “μαγικό κασκόλ”.
Περνώντας μέσα στο Δημαρχείο το τύλιξε κάπως και ανέβηκε τις σκάλες.
Οι οπαδοί είχαν ασφηκτικά γεμίσει αίθουσες και διαδρόμους το περιβάλλον είχε γίνει ανυπόφορο και
έτσι ο Βίκτωρας αποχώρησε.
Όταν έφτασε στο σπίτι του το ξέπλυνε καλά από τα ποδοπατήματα
και όταν στέγνωσε το φύλαξε στη ντουλάπα του.Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό του
να το επιστρέψει στο Γουλιέλμο, το κράτησε για ενθύμιο.
Μετά από λίγο καιρό, ένα βράδυ που ο
Βίκτωρας είχε ραντεβού με την κοπελιά του την Μπελαρόζα και ετοιμαζόταν,
ανοίγοντας την ντουλάπα να πάρει το
σακάκι του βλέπει το “μαγικό κασκόλ”,το παίρνει και το βάζει στο λαιμό του.
Ήταν πραγματικά ωραίο κασκόλ, πλεκτό, ολόμαλλο,άριστης ποιότητας φτιαγμένο στο εξωτερικό.
Βέβαια ο Βίκτωρας δεν πίστευε στις φήμες πως το κασκόλ είχε μαγικές ιδιότητες και πως αν το τυλίξεις
τρείς φορές γύρω από το λαιμό σου κοιμάσαι και βλέπεις σε όνειρο τα μελλούμενα.Και
όμως όταν το γύρισε τρεις φορές στο λαιμό του άρχισε να νυστάζει και γρήγορα
αποκοιμήθηκε για τριάντα λεπτά.
Το όνειρο που άρχισε να βλέπει ήταν απρόβλεπτο, η εξέλιξη του δραματική, μόνο προς στο τέλος
είδε σημάδια ελπιδοφόρα.
*Είδε πως ο Γουλιέλμος θα γινόταν κυβερνήτης της Ηλιοχώρας και πως θα έκανε διάγκελμα ότι η
Ηλιοχώρα θα περνούσε στην “επιτροπία”των
δανειστών γιατί χρεοκόπησε.
*Είδε ακόμα πως η παράταξη των“προοδευτικών” θα τον πέταγε από Αρχηγό
σαν την τρίχα από το προζύμι.
*Είδε πως οι δύο μεγάλες παρατάξεις οι “προοδευτικοί”
και οι “συντηρητικοί”,που τρώγονταν
για χρόνια ποιός θα φάει τα περισσότερα να τα βρίσκουν, για να αναγκάσουν το λαό
της Ηλιοχώρας να πληρώσει αυτόςτο λογαριασμό.
*Είδε τους οπαδούς των δύο μεγάλων παρατάξεων να αγριεύουν, να ξεχύνονται στους δόμους και να
πλημμυρίζουν τις πλατείες.
*Είδε χρεοκοπημένους να πέφτουν από τα μπαλκόνια, πεινασμένους να ψάχνουν τους κάδους των
απορριμμάτων.
*Είδε νέους και νέες να φεύγουν μετανάστες σε ξένες χώρες για να
επιβιώσουν.
*Είδε γέρους και γριές με τις πετσοκομμένες συντάξεις τους να ταΐζουν τα
παιδιά τους και τα εγγόνια τους.
Ο Βίκτωρας από το τρομακτικό όνειρο που έβλεπε τυλιγμένος με το “μαγικό κασκόλ” είχε ανήσυχο ύπνο. Πότε
γύριζε από δω πότε από κει, πότε κλώτσαγε και πότε τίναζε τα χέρια και όπως ονειρευόταν
γεμάτος αγωνία άκουσε ένα πειραγμένο λαϊκό τραγούδι.
«Ποιος θα το πίστευε ότι
θαρχόταν ώρα
Ποιός να το πίστευε πως
θάφτανε ποτέ στιγμή
Που θα μας ένωνε στους“Δημοκρατικούς” η μπόρα
Για να σωθεί η πατρίδα
μας από την καταστροφή»
Aκούγοντας το τραγούδι αυτό κάπως χαλάρωσε και ξαφνικά μπροστά του εμφανίστηκε ο Αρχέλαος, που ήταν ο Αρχηγός στη μικρή παράταξη των “Δημοκρατικών”, τον χαιρέτησε και του
είπε:
«Μη στεναχωριέσαι αδελφέ Βίκτωρα, εμείς οι “Δημοκρατικοί”
έτσι όπως σε δύσκολες καταστάσεις έχουμε κάνει στο παρελθόν, θα κάνουμε και
τώρα το θέλημα, θα γίνουμε αναγκαστικά
οι λαντζιέρηδες για να καθαρίσουμε όλα τα “συμπράγκαλα”, που χρησιμοποίησαν για
το μεγάλο φαγοπότι οι παρατάξεις που κυβέρνησαν την Ηλιοχώρα.Εμείς οι “Δημοκρατικοί” θα στηλώσουμε στα πόδια
τους όλους τους τσακισμένους από τη χρεοκοπία».
O Βίκτωρας ακούγοντας μέσα στο ονειρό
του τα λόγια του Αρχέλαου ξύπνησε, σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και
αμέσως έβγαλε από το λαιμό του το
“μαγικό κασκόλ” του Γουλιέλμου και το κρέμασε στη ντουλάπα, έριξε λιγο νερό στο προσωπό του για να συνέλθει,
σινιαρίστηκε,κούμπωσε το σακάκι του και βγήκε στο δρόμο.
Περπάτησε για λίγο μέχρι να φτάσει στο καφέ “Πνύκα”, εκεί τον περίμενε η όμορφη Μπελαρόζα, την
αγκάλιασε, τη φίλησε και αφού κάθησαν άρχισε να της εξιστορεί το φοβερό όνειρο
του μέλλοντος που είδε. Όταν τελείωσε της είπε πως θέλει μαζί της να φτιάξει οικογένεια με
πολλά παιδιά.
Η Μπελαρόζα ακούγοντας τον Βίκτωρα συγκινήθηκε, δυό δάκρυα κύλησαν από τα υπέροχα μπλε μάτια της
την ώρα που συμφωνούσε μαζί του να παντρευτούν.
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου