Ομιλία του
ιεροψάλτη Αγ. Νικολάου Σελλών Πελοπίδα Σαγιά, κατά το μνημόσυνο υπέρ των δέκα
πεσόντων αγωνιστών από την επιδρομή των ναζί
Στην ομιλία του για την μνήμη των δέκα πεσόντων αγωνιστών,
κατά την επιδρομή των ναζί το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς 1944 στο χωριό Σελλά
Αχαΐας, που έγινε εντός του ΙΝ Αγ. Νικολάου Σελλών, την Κυριακή 17-1-2016, όπου
τελέστηκε μνημόσυνο, από τον παπαΚωνσταντίνο Δρουμέτσικα και τον αρχιμανδρίτη
Χριστόδουλο της Ι. Μονής Ομπλού, ο Πελοπίδας Σαγιάς, ιεροψάλτης από επταετίας
στο ενταύθα ναό, καταγόμενος από το χωριό Μοιραίικα Αχαΐας ξαναθύμησε τα
γεγονότα της μαύρης ημέρας του 1944, για το χωριό.
Στην ομιλία του αναφέρθηκε στο ιστορικό, με την επισήμανση:
«Το χωριό περικυκλωμένο από Γερμανούς με άριστο σχεδιασμό, λες και κάποιο
αρρωστημένο μυαλό τους τοποθέτησε σε αυτά τα στρατηγικά σημεία. Ας είναι. Η
Ιστορία θα κρίνει».
Εδώ, καταθέτει, ο Πελοπίδας Σαγιάς, την ακολουθούσα άποψη,
που εν μέρει διαφέρει από την ευρέως επεκφρασμένη, πλην όμως για λόγους
ιστορικούς το Istologio G. Mosxou την παραθέτει ως ελέχθη.
Ειδικότερα ο ιεροψάλτης Πελοπίδας Σαγιάς είπε τα εξής:
Η ομιλία Πελοπίδα Σαγιά
«Σήμερα συγκεντρωθήκαμε εδώ, στα Σελλά, για να αποδώσουμε
φόρο τιμής κι ευγνωμοσύνης σε αυτούς, που έπεσαν για την Πατρίδα.
1944
Η Γερμανική κατοχή συνεχίζεται. Πείνα, δυστυχία, θάνατος.
Η εθνική αντίσταση κτυπά τον Γερμανό κατακτητή όπου γης,
στην Μέση Ανατολή, στις πόλεις, στα χωριά.
Πρωτοχρονιά 1944
Σε αυτό το χωριό γράφεται μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της
Νεώτερης Ελλάδος.
Πέρασαν 63 χρόνια από την αποφράδα εκείνη μέρα.
Για την γενιά του 1944 τα θλιβερά αυτά γεγονότα αποτελούν
ιστορική και βαθιά χαραγμένη στην ψυχή τους μνήμη.
Για τις νεώτερες γενιές είναι παρακαταθήκη. Να επαγρυπνούν,
να αγωνίζονται για την ειρήνη και να θυσιάζονται για την ελευθερία της
πατρίδας. Το χωριό μας είναι από τους τόπους εκείνους που πλήρωσαν φόρο αίματος
στον κατακτητή.
Ας πάρουμε όμως τα γεγονότα όπως έγιναν και εξελίχθηκαν.
31/12/1943
Τα νοικοκυριά έτοιμα για την υποδοχή του καινούριου χρόνου.
Ξαφνικά καταφθάνουν στο χωριό μας αντάρτες, αντιστασιακοί, και κατευθύνονται
στο Δημοτικό σχολείο.
Μια ομάδα συγχωριανών μας με επικεφαλής τον ιερέα μας, τον
παπα-Ηλία, τους ενημερώνει ότι επρόκειτο, σύμφωνα με πληροφορίες, στο χωριό μας
να έρθουν οι Γερμανοί.
Δυστυχώς όμως οι αντάρτες αντιστασιακοί δεν έδωσαν βάση σε
αυτές τις πληροφορίες και δεν πήραν κανένα μέτρο.
Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς 1944. Μέρα σιωπηλή αντί χαρούμενη
και γιορτινή, μέρα δύσκολη, οδύνης, πόνου. Η καμπάνα του Αγίου Νικολάου της
εκκλησίας μας δεν χτυπά. Αντίθετα ένας πυροβολισμός ακούγεται.
Ήταν ένας Γερμανός αξιωματικός που πλησίασε το σχολείο και
έριξε με το πιστόλι του κατά των ανταρτών.
Αιφνιδιασμός! Οι πληροφορίες επαληθεύτηκαν. Οι Γερμανοί
χτυπούν τα Σελλά και τους αντάρτες αντιστασιακούς.
Το χωριό περικυκλωμένο από Γερμανούς με άριστο σχεδιασμό,
λες και κάποιο αρρωστημένο μυαλό τους τοποθέτησε σε αυτά τα στρατηγικά σημεία.
Ας είναι. Η Ιστορία θα κρίνει.
Πολυβόλα, χειροβομβίδες να σφυροκοπούν τους αντάρτες.
Σφαίρες να σφυρίζουν παντού, καπνοί, φωτιά, θάνατος. Παντού στις λάκες, στα
χωράφια σκοτωμένα παλικάρια. Στον κεντρικό δρόμο ένας αντάρτης σφαγιασμένος.
Εν τω μεταξύ, ο Πρόεδρος του χωριού μας Γεώργιος Γιάχος στην
προσπάθειά του να διαπιστώσει τι συμβαίνει, βγαίνει έξω και βάλλεται από τους
Γερμανούς. Τραυματισμένος ελαφρά σέρνεται και επιστρέφει στο σπίτι του.
Σε λίγο ακούγεται η φωνή του Γερμανού στρατιώτη. Γιάχο,
Γιάχο βγες έξω. Υπακούει, βγαίνει έξω άοπλος και τραυματισμένος. Ο Γερμανός
μπροστά στα μάτια της γυναίκας του και των παιδιών του ρίχνει τη χαριστική
βολή. Ο Γεώργιος Γιάχος νεκρός.
Ο Γιάννης Κωστόπουλος, ένα νέο παλικάρι, ανήσυχος εικοσάρης
με θέληση να ζήσει ελεύθερος, στην προσπάθειά του να διαφύγει, γαζώνεται από τα
πυρά των πολυβόλων. Πέφτει νεκρός.
Ο Νίκος Χριστοδουλόπουλος, νέος, παλικάρι, αντιμετωπίζει την
ξιφολόγχη ενός Γερμανού στρατιώτη δολοφόνου και σφάζεται μέσα στο σπίτι του.
Τα όπλα σίγησαν. Παντού καπνός και μυρωδιά από μπαρούτι. Η
μάχη τελείωσε.
Η φρίκη όμως θα συνεχισθεί. Γερμανοί στρατιώτες με
προτεταμένα τα όπλα τους, χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών και συγκεντρώνουν τους
άνδρες και τα γυναικόπαιδα. Σιωπή, τρόμος και φόβος.
Τα γυναικόπαιδα οδηγήθηκαν υπό την απειλή των όπλων στην
εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Τους άνδρες τους πήγαν πιο κάτω από την εκκλησία,
σε ένα μαντρί. Τους σημαδεύουν πολυβόλα.
Διαταγή περίμεναν.
Για μια στιγμή η σκέψη και ο νους όλων πήγε στο ολοκαύτωμα
των Καλαβρύτων. Ήταν πρόσφατο, 13/12/1943.
Όχι, όχι δεν είναι αλήθεια. Δεν ήθελαν να το πιστέψουν. Ήταν
η πίστη τους στο Θεό και στον Άγιο Νικόλαο. Πίστευαν στην ίδια τη ζωή, στη
δύναμη της επιβίωσης.
Αναμονή, αγωνία και φόβος.
Τα γυναικόπαιδα μέσα στην εκκλησία κλαίνε, φωνάζουν,
διαμαρτύρονται, προσεύχονται. Μάνες κρατούν τα μωρά τους σφιχτά στην αγκαλιά
τους και άλλα κρέμονται από τα φουστάνια τους. Οι άνδρες περίμεναν με υπομονή
τις εξελίξεις.
Οι περισσότεροι ήταν πεπειραμένοι από τους πολέμους της Μ.
Ασίας και του 40-41. Μάλιστα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έθεσαν σε εφαρμογή ένα
σχέδιο.
Σχημάτισαν 2 σειρές μπροστά στα μυδράλια, ασπίδα προστασίας
για τους νέους. Όταν θα εδίδετο το πυρ θα έπεφταν κατά κύματα μπροστά στα
μυδράλια έτσι ώστε οι νέοι να τρέξουν προς την άλλη κατεύθυνση και να σωθούν.
Σχέδιο ανδρείας, γενναιότητας και αυτοθυσίας.
Για μια στιγμή, μέσα στην αγωνία και τη σιωπή, οι Γερμανοί
στρατιώτες που σημάδευαν τους άνδρες με τα μυδράλια σηκώνονται. Στέκονται σε
στάση αναμονής νέας διαταγής.
Το θαύμα έγινε. Ο Θεός και ο Άγιος Νικόλαος τους έσωσαν.
Όλοι, μετά από 72 χρόνια το πιστεύουν ως θαύμα, ως θέλημα Θεού. Μερικοί το λένε
συγκυρίες και ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Οι Γερμανοί με τους άνδρες του χωριού παρατεταγμένους
φεύγουν κατόπιν νεώτερης διαταγής για κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης της
Πάτρας.
Όμως πριν φύγουν
λεηλάτησαν στην κυριολεξία τα σπίτια και κατόπιν έβαλαν φωτιά. Μερικά σπίτια
ανατινάχθηκαν με δυναμίτη. Το χωριό στις φλόγες, βγαίνουν καπνοί από παντού.
Μυρωδιές φθοράς και καταστροφής αναδύονται. Οι περισσότερες γυναίκες δεν
κατάφεραν να περισώσουν τίποτα από τα καιόμενα σπίτια.
Έμειναν με ότι φορούσαν. Ακολούθησε χειμώνας δύσκολος, κρύο,
φτώχεια, ανέχεια.
Έγιναν σπίτια τους οι καλύβες και οι αποθήκες που υπήρχαν
στα χωράφια τους.
Σε 10 μέρες επέστρεψαν οι άνδρες του χωριού. Αντίκρισαν
ερείπια. Σιγά - σιγά με πείσμα και υπομονή, με δυσκολίες αφάνταστες άρχισε η
ανοικοδόμηση των σπιτιών. Άλλοι επισκεύασαν τα παλιά, άλλοι έκτισαν καινούρια.
Είναι αλήθεια ότι κάτοικοι των γύρω χωριών τους βοήθησαν πολύ
με τρόφιμα, ρούχα, κλινοσκεπάσματα και με ότι άλλο μπορούσαν τις μαύρες μέρες
της κατοχής.
Με την βοήθεια του Θεού έζησαν. Από την τέφρα τους
ξαναγεννήθηκαν.
Με υπομονή κι επιμονή, με κόπους, με στερήσεις, με
αλληλεγγύη, με πείσμα και θέληση για δημιουργία το χωριό μας τα Σελλά είναι
αυτό που σήμερα παρουσιάζεται μπροστά σας.
Όμως οι αγώνες για ένα καλύτερο αύριο δεν σταματούν. Τώρα οι
μάχες δίνονται για την αντιμετώπιση των σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων.
Εμείς, ο καθένας χωριστά αλλά και όλοι μαζί οφείλουμε να
αγωνισθούμε με όλα μας τα ψυχικά αποθέματα για να παραδώσουμε ένα καλύτερο
μέλλον στα παιδιά και στα εγγόνια μας.
Δεν είναι απλή απαίτηση της σύγχρονης εποχής. Είναι επιταγή
στην λαμπρή ιστορία του Έθνους μας. Είναι πάνω από όλα χρέος.
Αυτά τα απλά αλλά αληθινά γεγονότα είχα να καταθέσω σήμερα
στην εκδήλωση μνήμης και τιμής στους πεσόντες νεκρούς την 01/01/1944».
ΔΙΑΒΑΣΕ ΑΚΟΜΗ:


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου