Δεκέμβρης 2008-Δεκέμβρης 1944: πολιτική μνήμη και γνώση.
Σκέψεις με αφορμή το συνέδριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
και του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας
Σκέψεις με αφορμή το συνέδριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
και του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας
Της ΕΛΕΝΗΣ ΚΟΥΚΗΣ
Το σύνθημα Βάρκιζα τέλος, που κυκλοφόρησε εκείνες τις ημέρες, συνόψισε την οικειότητα των διαδηλωτών με τους εξεγερμένους του 1944. Τους επόμενους μήνες σε διάφορα σημεία της Αθήνας ξεφύτρωναν στένσιλ με τη μορφή του Βελουχιώτη πάνω στους τοίχους, όχι τόσο για να τιμήσουν τον αρχικαπετάνιο του Ε.Λ.Α.Σ., όσο για να υπενθυμίσουν ότι ήταν ο μοναδικός που δεν αναγνώρισε τη Συνθήκη της Βάρκιζας. Κάποιοι θεώρησαν σκόπιμο να υπογραμμίσουν με υποτιμητικό τρόπο ότι ανάμεσα στα δύο γεγονότα δεν υπήρχε κανένα κοινό, εκτός από κάποιες συμπτώσεις που έδιναν τον χαρακτήρα φαρσοειδούς επανάληψης στα Δεκεμβριανά του 2008. Ακόμη κι αυτοί, όμως, με τις ενστάσεις τους, συνεισέφεραν στην αναβίωση της μνήμης των Δεκεμβριανών του 1944, της δεξιάς μνήμης αυτή τη φορά, αυτήν της επικίνδυνης ανταρσίας και του χάους.
Ένα βράδυ που γινόταν μια διαμαρτυρία έξω από το 5ο αστυνομικό τμήμα Εξαρχείων, κάποιος από τους διαδηλωτές, εμπνευσμένος από την ιστορική διάθεση των ημερών, άρχισε να φωνάζει «Ράλληδες, ταγματασφαλίτες, μπουραντάδες, Γερμανοί / το κεφάλι σας θα πέσει απ’ τ’ αντάρτη το σπαθί». Ο ηλικιωμένος περίοικος που περνούσε εκείνη την ώρα στάθηκε με απορία μπροστά του και τον ρώτησε: «Βρε παιδί μου, πόσο μεγάλος είσαι;», αδυνατώντας προφανώς να εξηγήσει πώς ο διαδηλωτής θα μπορούσε να γνωρίζει το σύνθημα-στίχο από το παλιό τραγούδι, καθώς δεν είχε ζήσει τα γεγονότα του 1944. Η απορία του ηλικιωμένου περίοικου των Εξαρχείων συμπυκνώνει μια πολύ διαδεδομένη πεποίθηση για τη μνήμη, η οποία τη συνδέει πάντα με την εμπειρία. Γι’ αυτό εξάλλου θεωρείται και πιο αυθεντική από τη γνώση, καθώς η τελευταία αντιμετωπίζεται ως μια αποστασιοποιημένη εγκεφαλική λειτουργία.
Και όμως, η διαδικασία τού να γνωρίσεις κάτι είναι βαθιά συναισθηματική. Σε δένει με το αντικείμενο της γνώσης, σε τοποθετεί ηθικά και προσωπικά απέναντι σε αυτό. Ακόμη περισσότερες συναισθηματικές συνέπειες έχει η προσπάθεια να ερμηνεύσεις κάτι – ιδιαίτερα όταν από την ερμηνεία διακυβεύονται και ευρύτερα ζητήματα, για παράδειγμα η προσωπική πολιτική στάση ζωής. Στα πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας αυτό είναι πάντα προφανές. Οι αριστεροί φοιτητές είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη ιστορία, τουλάχιστον σε σύγκριση με τους απολίτικους ή δεξιούς φοιτητές, οι οποίοι πλέον δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ακόμη και το αρκτικόλεξο Ε.Σ.Σ.Δ. Απλώς γιατί για τους αριστερούς το πολιτικό παρελθόν είναι ένα επίδικο για τις επιλογές τού σήμερα. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα στην οποία η πολιτική ανάλυση οδηγεί στην ιστορική γνώση, η οποία μετασχηματίζεται σε ένα είδος πολιτικής μνήμης, μια γνώση των γεγονότων συναισθηματικά φορτισμένη, που με τη σειρά της λειτουργεί ως κίνητρο για την απόκτηση περισσότερων γνώσεων, και άρα μεγαλύτερης οικειότητας κ.ο.κ.
Το ξέσπασμα μνήμης του Δεκεμβρίου του 2008 ήταν μια τέτοιου είδους πολιτική μνήμη. Η ένταση του συνθήματος Βάρκιζα τέλος είχε μεν τον αρχικό της πυρήνα στις ατελείωτες παθιασμένες συζητήσεις για τα λάθη της Αριστεράς και τη χαμένη ευκαιρία της εξέγερσης, αλλά στην ένταση των διαδηλώσεων του 2008 έπαυε να είναι μια συζήτηση για το παρελθόν και γινόταν ένα πρόταγμα για το μέλλον. Μια εξεγερτική υπόσχεση του τύπου «We won’t get fooled again», για να μεταχειριστούμε τους παλιούς στίχους των Who. Όπως όλα όμως τα πετυχημένα συνθήματα, το Βάρκιζα τέλος ξεπέρασε τον κύκλο των μυημένων και κατάφερε να εκφράσει την οργή ενός πολύ ευρύτερου κοινού που τον Δεκέμβρη του 2008 αισθανόταν ότι το κοινωνικό συμβόλαιο που είχαν μέχρι τότε προσυπογράψει δεν τους κάλυπτε, τους υποχρέωνε σε πολύ μεγαλύτερους συμβιβασμούς από τα οφέλη που υποτίθεται ότι τους πρόσφερε. Φυσικά, επρόκειτο για το κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης, αλλά η Βάρκιζα, με τη δραματική μεταφορική της ικανότητα, μπορούσε να τους εκφράσει καλύτερα από ό,τι η ξερή κυριολεξία. Εξάλλου, οι στρουκτουραλιστές το έλεγαν από παλιά. Ένα σημείο πρέπει πάντα να είναι λίγο αμφίσημο, αν είναι να συνεχίσει να λειτουργεί ως σημείο. Έτσι, τα γεγονότα του 2008 λειτούργησαν ως μια συγκυρία διεύρυνσης της πολιτικής μνήμης των Δεκεμβριανών, που με τη σειρά της οδήγησε σε ένα νέο ενδιαφέρον για την απόκτηση γνώσεων για τα Δεκεμβριανά.
Η οικειότητα, το χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής μνήμης, υπήρξε ευδιάκριτη στο συνέδριο των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας και του Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, «Δεκεμβριανά 1944. Το παρελθόν και οι χρήσεις του», που έλαβε χώρα στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2014 στην Αθήνα. Μπορεί οι διοργανωτές του να αναζητούσαν τα νέα μεθοδολογικά εργαλεία με τα οποία ένας ιστορικός σήμερα προσεγγίζει τα Δεκεμβριανά, ένα μεγάλο μέρος όμως του πολυπληθούς κοινού του είχε έρθει για να συνεχίσει τη συζήτηση που αποτελεί τον πυρήνα της πολιτικής μνήμης των Δεκεμβριανών. Μπορεί, για παράδειγμα, στο πάνελ ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης να εξηγούσε τις στρατιωτικές διαθεσιμότητες των Βρετανών, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι πρέπει να έχουμε υπόψη το στρατιωτικό σκέλος των Δεκεμβριανών προκειμένου να καταλάβουμε την πολιτική εξέλιξη των γεγονότων, αλλά τελικά το ακροατήριο ρωτούσε επίμονα: «Ποιες ήταν οι ευθύνες του Σιάντου;».
Μπορεί ο Τάσος ο Κωστόπουλος και ο Φίλιππος Κάραμποτ με την Έλενα Πατρικίου να παρουσίαζαν τις αφηγήσεις των ομήρων του Ε.Λ.Α.Σ. σε δύο διαδοχικές ανακοινώσεις, που οι αντιθέσεις μεταξύ τους έδιναν λαβή για γόνιμες συζητήσεις σχετικά με τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να βασίζονται τέτοιου είδους έρευνες, αλλά τελικά από το κοινό τον λόγο έπαιρνε ο «συνήθης δεξιός», που, με τη σχοινοτενή του αγόρευση για τα κακουργήματα της Αριστεράς, εξαντλούσε την υπομονή του προεδρείου.
Η πολιτική μνήμη δημιουργεί τα ερείσματα για την απόκτηση νέων γνώσεων, ταυτόχρονα όμως βάζει και τα όρια. Μοιάζει να αναζητά μόνο αυτό το είδος γνώσεων που θα επιβεβαιώσουν τις παραδοχές της και προσπερνά αδιάφορη τα πραγματολογικά στοιχεία που δεν την επαληθεύουν. Κάποιες φορές όμως το πραγματολογικό υλικό κλονίζει την αυτοπεποίθηση της οικειότητας. Την πρώτη μέρα του συνεδρίου ο υποψήφιος διδάκτορας του Ε.Μ.Π. Π. Φωκαΐδης παρουσίασε την αλλόκοτη διαπραγμάτευση στην οποία προχώρησαν οι μεγαλοαστοί ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας Μιχαηλίδη στα Εξάρχεια με τους μαχητές του Ε.Λ.Α.Σ. προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η ανατίναξη της πολυκατοικίας τους δεν θα είχε ως θύματα τους ίδιους. Η αφήγηση της σουρεαλιστικής αυτής συνεννόησης αιχμαλώτισε το κοινό του συνεδρίου, που στις κορυφώσεις της ξεσπούσε σε γέλια που πρόδιδαν το ξάφνιασμά του. Τα Δεκεμβριανά εκείνη τη στιγμή δεν ήταν ένας τόπος οικειότητας, αλλά ένα αλλόκοτο παρελθόν αναπάντεχων κοινωνικών σχέσεων. Ήταν μια ξένη χώρα.
Ο πρώτος που υποστήριξε ότι το παρελθόν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως μια ξένη χώρα ήταν ο David Lowenthal, ο οποίος, μπουχτισμένος από την έκρηξη μνήμης της δεκαετίας του ’70, διακήρυξε ότι ο μόνος τρόπος για να έχουμε έστω κάποιες πιθανότητες να κατανοήσουμε το παρελθόν είναι να το αντιμετωπίσουμε ως κάτι τελείως ανοίκειο, ως μια ξένη χώρα. Διαφορετικά, η πλασματική –όπως εκείνος τη θεωρούσε– οικειότητα μας οδηγεί σε μια παρεξήγησή του. Το βιβλίο του Lowenthal,παρά την ιδιαίτερη θέση που έχει ως ένα από τα πρώτα που ασχολούνται με ζητήματα ιστορικής κουλτούρας, υπήρξε μάλλον μια πολεμική. Ο υπέροχος ποπ τίτλος του «Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα», αρχικά ατάκα από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, συμπύκνωνε τη μαχητική του και ως εκ τούτου μεροληπτική του θέση.
Η σχέση μας με το παρελθόν είναι και οικειότητα και αποξένωση – την ίδια στιγμή. Ο πυκνός, περίπλοκος, καλειδοσκοπικός τελευταίος μήνας του 1944, που συνεχίζει να παράγει νοήματα μέχρι σήμερα, αυτό αποδεικνύει. Η οικειότητα που μας δημιουργεί είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να συνεχίσει να κρατάει το ενδιαφέρον μας. Το συναίσθημα του ανοίκειου όμως, η συνειδητοποίηση ότι τότε, πριν από 70 χρόνια, συνέβη κάτι που θα μας διαφεύγει για πάντα στο εξής, είναι το μόνο πέρασμα σε μια αναπάντεχη γνώση. Είναι το άνοιγμα στις αποσιωπημένες ιστορίες του Δεκέμβρη, είναι η όξυνση της παρατηρητικότητας καθώς περπατάμε σε μια πόλη που φέρει ακόμη τα ίχνη του, είναι η προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς τα μεγάλα πολιτικά αφηγήματα συνυπάρχουν με τις μικρές προσωπικές ιστορίες. Είναι ο αναστοχασμός πάνω σε θραύσματα των δικών μας οικογενειακών αναμνήσεων των οποίων η μερικότητα τα κάνει κάποιες φορές να φαντάζουν ασύμβατα με τις επίσης δικές μας πολιτικές επιλογές. Τελικά, η ανοικείωση αυτή είναι το μόνο εχέγγυο για μια μελλοντική οικειότητα διαφορετική από τη σημερινή.
Πηγή: http://chronosmag.eu/index.php/l-e-l-x.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου