![]() |
|
ΚΑΝΕΤΕ κλικ στον σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=M4WCjAKVF2Y&t=1913s |
«Που καταπατά το Σύνταγμα και το Κράτος Δικαίου – Απαιτείται άλλη πολιτική με έμφαση στην παραγωγή, στην ποιότητα της εργασίας και στην αύξηση των αμοιβών»
Η ομιλία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτη Φάμελλου, στο 7ο Διεθνές Συνέδριο Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος:
«Αξιότιμε πρόεδρε και μέλη της διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου, κυρίες και κύριοι, θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα το Οικονομικό Επιμελητήριο για την πρόσκληση και τη συμμετοχή, ακόμα μία χρονιά, σε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση. Και ψάχνοντας τα κείμενα, επέστρεψα για λίγο – το έλεγα και στον πρόεδρο προηγουμένως – στην περσινή μας συζήτηση, όταν μας είχε καλέσει το Οικονομικό Επιμελητήριο να συναξιολογήσουμε τις – θυμάμαι τη λέξη – «κατακλυσμιαίες» γεωπολιτικές αλλαγές. Ήταν την περίοδο που είχε ξεκινήσει ο «πόλεμος των δασμών», αλλά και η συζήτηση για την «οικονομία του πολέμου» στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην τοποθέτησή μου είχα αναφερθεί στους κινδύνους της απομάκρυνσης του δυτικού κόσμου από τις αρχές του ορθολογισμού και της Δημοκρατίας. Και στους κινδύνους από την αποδόμηση των διεθνών οργανισμών και την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου που συντελούσαν, και δυστυχώς συντελούν ακόμα περισσότερο, σε μια γενικευμένη κρίση ανασφάλειας και σε μεγάλες αβεβαιότητες για το αύριο.
Η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο και το καθοδικό σπιράλ ασφάλειας και οικονομίας, στο οποίο έχει εισέλθει η παγκόσμια ασφάλεια και η παγκόσμια οικονομία, αποδεικνύουν ότι η υφήλιος δεν βρίσκεται απλά σε «αναστάτωση», όπως είναι ο τίτλος της συζήτησης. Αλλά οδεύει στο πιο αρνητικό σενάριο που συζητάγαμε πέρυσι.
Και σε αυτή την παγκόσμια περιδίνηση, δυστυχώς, βρισκόμαστε με μια αδύναμη και ασύντακτη Ευρώπη. Και με μια ακόμη πιο αδύναμη Ελλάδα, με πληγωμένη Δημοκρατία, αδύναμους θεσμούς, φτωχή κοινωνία και χωρίς πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Η καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου και η επιβολή του κανόνα του ισχυρού, πρακτικά η κυριαρχία του τραμπισμού, συνδέεται με ένα μη βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.
Περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον και για την οικονομία και για την κοινωνία και για το περιβάλλον, για όλους.
Και δεν πρέπει να το αντιληφθούμε όταν φτάσει στη γειτονιά μας, είτε στη γεωπολιτική, είτε στην οικονομία, είτε στην καθημερινότητα. Γι’ αυτό και επιβάλλεται, κατά την άποψη και τη δική μου και συνολικά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να πάρουμε θέση, να μιλήσουμε καθαρά, να τοποθετηθούμε και όχι απλά να περιμένουμε σχολιάζοντας -μεγαλόφωνα ή από μέσα μας- και να συνθέσουμε ένα εναλλακτικό σε αυτή την επιλογή, αλλά και βιώσιμο μέλλον.
Η πρώτη προτεραιότητα, συζητώντας για την παγκόσμια αναστάτωση, είναι η πολιτική συζήτηση για την ειρήνη. Γιατί χωρίς ειρήνη δεν υπάρχει ούτε οικονομική ασφάλεια, ούτε πρόοδος, ούτε κοινωνική συνοχή. Και επιμένω ότι είναι επικίνδυνο σε αυτή τη χρονική στιγμή, η κυβέρνηση να επιλέγει να αλλάξει την πάγια εθνική γραμμή που τηρούμε εδώ και δεκαετίες στην εξωτερική πολιτική. Δηλαδή να αρνείται μια εξωτερική πολιτική πολυδιάστατη, ενεργητική και με πρωτοβουλίες και να περιορίζεται στον ρόλο του «δεδομένου συμμάχου» και του «προκεχωρημένου φυλακίου» του κ. Τραμπ.
Αντίθετα, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει μια πολύτιμη θέση, που έχει σήμερα ταυτόχρονα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά και τη γεωπολιτική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Και να αναλάβει πρωτοβουλίες που μαζί με έναν σημαντικό ρόλο για την Ελλάδα, ένα δικό μας κεφάλαιο, θα συμβάλει στην αποκλιμάκωση, την ασφάλεια και την ειρήνη στην περιοχή μας και ευρύτερα. Στο ίδιο πλαίσιο και η Ευρώπη οφείλει το συντομότερο να δομήσει μια στρατηγική αυτονομία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.
Παρακολουθούμε τη συζήτηση η οποία γίνεται στην Ευρώπη, δεν είναι ακόμα αποτελεσματική. Αλλά η Ευρώπη, αν δεν προχωρήσει σε μια πολιτική ενοποίηση σε όλα τα πεδία και της οικονομίας και της ασφάλειας και των πολιτικών, της διπλωματίας και της κοινωνικής λειτουργίας του κοινωνικού κράτους, θα είναι ακόμα πιο αδύναμη και άρα θα θέτει ερωτήματα στις ίδιες τις κοινωνίες της.
Γιατί η ασφάλεια δεν είναι μόνο η άμυνα. Η ασφάλεια, το γνωρίζετε πολύ καλά, είναι και η ενέργεια, η ασφάλεια είναι και ψηφιακή, είναι και θεσμική, είναι η Δημοκρατία και σαφέστατα είναι και η λειτουργία της κοινωνίας. Αυτήν εκπροσωπεί η Ευρώπη. Χωρίς ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος και παραγωγικό σχέδιο – το οποίο δυστυχώς τα τελευταία χρόνια διαπιστώνω ότι υποχωρεί και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής διοίκησης – και χωρίς μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας για όλη την Ευρώπη, ούτε η Ελλάδα, ούτε καμία άλλη χώρα δεν θα είναι πραγματικά ασφαλής. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει με μια τραμπική επιλογή που είναι οι εξοπλισμοί. Δεν είναι δυνατόν να θυσιάζουμε το κοινωνικό κράτος, και μιλάω για το ευρωπαϊκό κεκτημένο, να θυσιάζουμε τη βιώσιμη ανάπτυξη, να θυσιάζουμε την κλιματική πράσινη μετάβαση για να στηρίξουμε την «οικονομία του πολέμου».
Έχουμε ανάγκη από μια άλλη Ευρώπη, η οποία θα έχει λόγο, αλλά και ισχύ σε έναν πολυπολικό κόσμο και θα έχει ένα συνεκτικό σχέδιο. Ακούσαμε ψήγματά του λίγο πριν, δεν είναι μόνο αυτό, αλλά είναι και αυτό, το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης. Ένα σχέδιο το οποίο θα αξιοποιεί την καινοτομία στην ευρωπαϊκή παραγωγικότητα και θα εξασφαλίζει ταυτόχρονα βιωσιμότητα και οικονομίας και περιβάλλοντος. Και δεν θα υποκλίνεται στη συγκέντρωση ισχύος στους μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους, που είναι και αυτό ένα μεγάλο θέμα που συζητάμε, που ελέγχουν τον παγκόσμιο ιδιωτικό πλούτο σε κρίσιμους τομείς όπως είναι οι ψηφιακές πλατφόρμες, η ενέργεια και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Και επιτυγχάνουν μια εμφανή πλέον μετατόπιση εξουσίας από τη Δημοκρατία προς τα ιδιωτικά κέντρα αποφάσεων. Εμείς θέλουμε μια Ευρώπη, η οποία να ρυθμίζει, να προστατεύει και να εξισορροπεί την ισχύ των αγορών προς όφελος των κοινωνιών.
Σε αυτό το πλαίσιο, ασταθές, αβέβαιο, πείτε το όπως θέλετε, η Ελλάδα βρίσκεται ξανά μπροστά και σε παλιά αδιέξοδα που μας είχαν οδηγήσει σε χρεοκοπία, αλλά και σε νέα ερωτήματα:
Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, που έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση επίσημα και στο Μεσοπρόθεσμο, η αύξηση του πληθωρισμού -συζητούσατε και για την ορολογία του πληθωρισμού λίγο πριν- η χαμηλή παραγωγικότητα και αυτή τη συζητήσατε επίσης, αλλά και η αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου – 14,3% τον Φεβρουάριο, η τελευταία ανακοίνωση – συναντιόνται με την ενεργειακή ανασφάλεια. Την ενεργειακή εξάρτηση που, δυστυχώς, παραμένει και με επιλογές της κυβέρνησης, τη σοβαρή υστέρηση στην κλιματική προσαρμογή, που επιβεβαιώνεται και από καθυστέρηση στους δείκτες του μετριασμού, δηλαδή της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Με μία πλέον πολύ επικίνδυνη δημογραφική πίεση που συνδέεται με ερήμωση της υπαίθρου και κατάρρευση του πρωτογενούς τομέα και πολύ μεγάλες κοινωνικές ανισότητες.
Η κοινωνία δεν καταλαβαίνει και δεν νιώθει τις επικοινωνιακές εξαγγελίες της κυβέρνησης. Οι αριθμοί δεν λένε σχεδόν τίποτα, όταν η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, όταν μεγαλώνει το ποσοστό του πληθυσμού, που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, όταν οι μισθοί δεν επαρκούν, τα εισοδήματα -γιατί δεν είναι μόνο των εργαζομένων – και των επαγγελματιών δεν επαρκούν.
Το ιδιωτικό χρέος αυξάνεται και οι μικρομεσαίοι δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Όταν, δηλαδή, η πραγματική οικονομία ασφυκτιά και όταν η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, τότε οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί μένουν στα χαρτιά.
Το ουσιαστικό όμως ερώτημα, το οποίο δεν μπορεί να απαντήσει η κυβέρνηση και το μεγάλο πρόβλημα που θα έπρεπε να συζητάμε σήμερα, είναι ποιο είναι το παραγωγικό μοντέλο και ποιο είναι το σχέδιο για την οικονομία. Και στην ερώτηση της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά επιτρέψτε μου να πω όχι μόνο σε αυτήν.
Γιατί δεν είναι παραγωγικές οι επενδύσεις στα κόκκινα δάνεια, δεν είναι παραγωγικές οι επενδύσεις σε τουρισμό χαμηλής αξίας εργασίας και χαμηλής αμοιβής εργασίας ή οι επενδύσεις μονοσήμαντα σε ένα real estate. Και προφανώς δεν είναι επενδύσεις και οι αμοιβές των συμβούλων. Και απευθύνομαι σε έναν χώρο, που ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι σύμβουλοι, αλλά δεν είναι παραγωγική επένδυση η συμβουλοκρατία και το πολύ μεγάλο ποσοστό υπηρεσιών συμβούλων στο δημόσιο μπάτζετ. Και προφανώς δεν είναι και ανάπτυξη τα υπερκέρδη λίγων ομίλων που τα αντλούν από όλη την αγορά ή κάποιες προσωρινές χρηματιστηριακές εκλάμψεις.
Χρειαζόμαστε επενδύσεις με καινοτομία, με υψηλή υπεραξία, το είπατε λίγο πριν, που όμως να αποδίδεται στην εργασία, γιατί έχει αλλάξει ο συσχετισμός απόδοσης κέρδους στη σχέση εργασία – κεφάλαιο. Και αυτό είναι επικίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και την πρόοδο της κοινωνίας και για το brain drain.
Και χρειαζόμαστε και μακροπρόθεσμη στόχευση με κοινωνικό πρόσημο. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, επενδύσεις οι οποίες να υπηρετούν εθνικούς και κοινωνικούς στόχους. Τις έχουμε σήμερα; Ή έχουμε δήθεν επενδυτές, που με την πλάτη της κυβέρνησης, θέλουν απλά να αξιοποιήσουν το πέρασμα τους για να κάνουν το κράτος εργαλείο ιδιωτικών συμφερόντων; Δεν μπορεί η οικονομία για όλους και όλες εσάς να στηρίζεται στη σχέση εξάρτησης ή σε γνωριμίες, που μπορεί να έχετε με κυβερνητικά στελέχη, που αναπαράγουν οικογενειοκρατία, ρουσφέτι και δυστυχώς μια συνταγή χρεοκοπίας και οικονομικής και κοινωνικής.
Πράγματι, χρειαζόμαστε τεχνολογία, η οποία να ενισχύει την ελληνική παραγωγική βάση και όχι μεταφορά κερδών στο εξωτερικό, που δυστυχώς σε ένα βαθμό γίνεται με τον μαζικό τουρισμό, για να το κρατήσουμε ως σχόλιο στα μοντέλα που έχει επιλέξει η κυβέρνηση.
Να σας πω ένα παράδειγμα για να είμαι σαφής, έξω από τη συζήτηση που άκουσα μέχρι στιγμής, χρειαζόμαστε ενεργειακές επενδύσεις, πράγματι. Ποιος είναι ο στόχος των ενεργειακών επενδύσεων; Να έχουμε φθηνή ενέργεια για την παραγωγή και τα νοικοκυριά. Δεν μπορεί να είναι στόχος των ενεργειακών επιχειρήσεων να έχουν υψηλά κέρδη οι αμερικανικές εταιρείες του LNG, που δεν βοηθούν και στην απεξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα. Και, ταυτόχρονα, επειδή δεν έχουμε δίκτυα και αποθήκευση να πετάμε – σύμφωνα με προβλέψεις των επιστημόνων φέτος – φθηνή πράσινη ενέργεια 3,5 τεραβατώρες, ισοδύναμο με 800.000 νοικοκυριά τον χρόνο, στα σκουπίδια. Γιατί δεν έχουμε προωθήσει την αποθήκευση και τα δίκτυα. Αυτό είναι μια απλή πλάτη στον τραμπισμό, επιτρέψτε μου να είμαι καθαρός και να μιλάω ειλικρινά.
Η βιώσιμη ανάπτυξη χρειάζεται σχεδιασμό, όμως ο σχεδιασμός χρειάζεται και Κράτος Δικαίου. Γιατί; Για να μην πάει ο νους σας μόνο στην πολιτική επικαιρότητα, που είναι σωστό, αν πάει. Ο αναπτυξιακός και ο χωροταξικός σχεδιασμός, οι Δασικοί Χάρτες, τα πολεοδομικά σχέδια, ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός είναι ευρωπαϊκό κεκτημένο και συνιστώσες ενός Κράτους Δικαίου. Είναι χαρακτηριστικά ενός αναπτυξιακού κράτους για να ξέρει ο κάθε οικονομικός παράγοντας τι μπορεί να κάνει πού και για πόσο. Υπάρχει αυτό σήμερα στην Ελλάδα μετά από επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη; Δυστυχώς όχι. Ενώ είχε δρομολογηθεί με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και σας το λέω έχοντας υπηρετήσει και στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Το οξυγόνο μιας οικονομίας είναι οι θεσμοί διαφάνειας και ισοτιμίας. Αυτό χρειάζεται και ο επιχειρηματίας και ο εργαζόμενος. Σοβαρές επενδύσεις, όμως, δεν μπορούν να προχωρήσουν σε μια χώρα που, επιπλέον των ελλειμάτων του ευρωπαϊκού κεκτημένου, οι θεσμοί αμφισβητούνται, η δικαιοσύνη χειραγωγείται, το Σύνταγμα καταπατείται και δεν υπάρχει διαφάνεια.
Γιατί η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους, ακόμα και αν κάποιος ή κάποια μια μέρα βρει τον δρόμο για ένα υπουργικό γραφείο. Σήμερα, με ευθύνη της κυβέρνησης, η θεσμική λειτουργία έχει υποβαθμιστεί. Τα σκάνδαλα και η διαφθορά δημιουργούν αβεβαιότητα, αλλά δυστυχώς πλέον επιβεβαιωμένα και απώλεια εθνικών και ευρωπαϊκών πόρων δισεκατομμυρίων.
Η κατάσταση δεν πάει άλλο και οφείλω να σας μιλήσω καθαρά και ως εκπρόσωπός σας στη Βουλή. Όταν δεν επιτρέπεται στη Βουλή να επιτελέσει τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες της, τα δικαιώματα της, όταν δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για υπουργούς αρχειοθετούνται, όταν υπουργοί επιτίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όποτε μια δικογραφία αφορά σε υπουργούς της κυβέρνησης, η κατάσταση δεν πάει άλλο.
Και σήμερα άκουσα τον κ. πρωθυπουργό να τολμάει να αναφερθεί σε «παλαιοκομματισμό και τοξικότητα», αναφερόμενος στην αντιπολίτευση.
Για παλαιοκομματισμό μετά από όσα αποκαλύπτονται από τις δικογραφίες για ρουσφέτια και ενδεχομένως παράνομες πράξεις που πρέπει να ελεγχθούν, υπουργών και δεκάδων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας.
Και την ίδια ώρα υπουργοί να επιμένουν να μας πείσουν και να σας πείσουν, ότι τα ρουσφέτια είναι νόμιμα;
Μιλάει για τοξικότητα ο κ. Μητσοτάκης των αποδεδειγμένων, πλέον με δικαστικές αποφάσεις, «τρολ» και του παράνομα χρηματοδοτούμενου μηχανισμού προπαγάνδας με fake news της «Ομάδας Αλήθειας»;
Όλα αυτά είναι σημάδια μιας βαθιάς κυβερνητικής κρίσης, την οποία είδατε και εσείς με τη δημόσια τοποθέτηση πέντε βουλευτών της πλειοψηφίας, για το μέσα σε εισαγωγικά «επιτελικό κράτος». Και σήμερα έφτασε ο κ. πρωθυπουργός, για να κατευνάσει την εσωκομματική αντίδραση, να κλείσει το μάτι σε όσα στελέχη του ελέγχονται, υποσχόμενος μια θέση στα ψηφοδέλτια.
Εγώ λοιπόν τον ρωτώ:
Σε πόσες δικογραφίες καίγεται ένας βουλευτής ή ένας υπουργός της κυβέρνησης του;
Από τη μια, χρησιμοποιεί το άρθρο 86 για να κρύψει πολλαπλώς, πάρα πολλές φορές, τις ευθύνες ελεγχόμενων υπουργών. Και στην 717 το έχετε δει και στο θέμα των υποκλοπών το έχετε δει και στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ενώ, παράλληλα, θέτει το άρθρο 86 στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με μία πρόταση που δεν το απεξαρτά από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Άρα, υποκρισία; Και προσπαθεί να μεταφέρει και σε εμάς και σε όλο το δημοκρατικό κόσμο την ευθύνη για τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Αλλά εγώ θέλω να ρωτήσω:
Με πόση αξιοπιστία μπορεί ο πρωθυπουργός να ξεκινήσει τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όταν ο ίδιος βαρύνεται με σοβαρές και πολλαπλές παραβιάσεις του Συντάγματος;
Και αυτό είναι θέμα και οικονομίας. Γιατί είναι Δημοκρατία.
Όταν ο ίδιος επέλεξε το 2019 να παραβιάσει το πνεύμα της προτείνουσας Βουλής και να επιλέξει αλλαγές στη Συνταγματική Αναθεώρηση μόνο με τις ψήφους του κόμματος του, ακόμα και στην επιλογή για μονοκομματικό Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Και τώρα προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στην αντιπολίτευση.
Οι διαθέσεις του, όμως, είναι προφανείς και στην πρόταση Συνταγματικής Αναθεώρησης. Προσέξτε, κεντρική πρόταση είναι η ιδιωτικοποίηση σοβαρών δημόσιων λειτουργιών. Αλλά έτσι, η πρόταση του καθηγητή Σάμιτα που άκουσα πριν, «να δίνουμε τη γνώση σε όλα τα παιδιά», δεν θα ισχύει για την ανώτατη εκπαίδευση με τις προτάσεις του πρωθυπουργού.
Ενώ, ταυτόχρονα, βάζει στον στόχο τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, την ασφάλεια δηλαδή των δημοσίων υπαλλήλων, σε μια περίοδο που πρέπει να συζητήσουμε και για την ασφάλεια όλων των εργαζομένων και των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και για ανεξάρτητους δημόσιους λειτουργούς, όταν έχουμε σοβαρά θέματα διαφθοράς.
Για εμάς η απάντηση έχει δοθεί. Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, μια πολύ σοβαρή διαδικασία, πρέπει να λάβει απάντηση με ισχυρή εντολή από μια προοδευτική πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, στην αναθεωρητική Βουλή δηλαδή, η οποία θα έχει και τη δυνατότητα συγκλίσεων, έτσι ώστε να έχει συναινέσεις άνω των 180 βουλευτών.
Γιατί σε αυτή τη λειτουργία καθεστώτος δεν μπορεί να υπάρχει συναίνεση.
Είναι προφανές, κυρίες και κύριοι, ότι απαιτείται μια διπλή αναγέννηση της χώρας μας. Γι’ αυτό σας ζήτησα νωρίτερα να αναλάβουμε όλοι την ευθύνη μας και να μιλήσουμε καθαρά. Χρειάζεται μια δημοκρατική, αλλά και μια αναπτυξιακή αναγέννηση της χώρας μας. Γιατί μόνο αυτό εξασφαλίζει την πραγματική σταθερότητα, για την οποία πολλές φορές γίνεται συζήτηση και θεωρώ ότι θα γίνει και ενόψει των εκλογών.
Η πραγματική σταθερότητα είναι μια ισχυρή Πολιτεία, που έχει ισχυρή δημοκρατία και ισχυρή οικονομία, ώστε να υπηρετούν μια ισχυρή και ασφαλή κοινωνία.
Το 2026, δυστυχώς, βρίσκει την ελληνική κοινωνία σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να κρυφτεί. Να σας αναφέρω ορισμένα στοιχεία επίσημων στατιστικών δεικτών, αφού κατά καιρούς αρέσουν στα κυβερνητικά στελέχη.
Είμαστε δεύτεροι πρωταθλητές σε εργατοώρες, αλλά ταυτόχρονα τελευταίοι στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη.
Είμαστε δεύτεροι, αρνητικοί πρωταθλητές, στο πλήθος πολιτών που ζουν σε κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη για το μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης. Αρνητικοί πρωταθλητές στο κόστος στέγασης.
Όπως καταλαβαίνετε, λοιπόν, η κυβερνητική πολιτική, ενώ είχε διαθέσιμα στην εκκίνηση του 2019 και όρους θεσμικούς, δανειακούς και αποθέματος, εδώ και εφτά χρόνια διαμορφώνει μια πραγματικότητα που είναι ασφυκτική και για τα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Γιατί στην αγορά εργασίας, όσα μαγειρέματα κι αν γίνονται από τη μεριά της αντίστοιχης υπουργικής εκπροσώπησης, η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat αποδεικνύουν ότι πάνω από το ένα τρίτο των νέων εργαζόμενων είναι σε μερικής απασχόλησης ή εκ περιτροπής εργασία. Και η ανάπτυξη της απασχόλησης δεν συνδέεται με ανάπτυξη των εισοδημάτων, δηλαδή με ποιοτική αναβάθμιση του εργαζόμενου. Αντίθετα, έχουμε εργαζόμενους χωρίς σταθερότητα, χωρίς προοπτική, χωρίς αγοραστική δύναμη, που ψάχνουν τρόπο να φύγουν από τη χώρα.
Τέσσερις λέξεις περιγράφουν τη ζωή της πλειοψηφίας των εργαζομένων: φθηνή εργασία, ακριβή ζωή.
Αυτή είναι η καθημερινότητα του πολίτη που δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα, να πληρώσει λογαριασμούς, το νοίκι ή να καλύψει τις υποχρεώσεις του σούπερ μάρκετ. Ο πληθωρισμός – ξανά ακόμη μια φορά αυτή η λέξη στο στόμα μας – ιδιαίτερα στον τομέα των τροφίμων και της στέγασης, επιβαρύνει δραματικά την κατάσταση της καθημερινότητας, επανειλημμένα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα ενοίκια και οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται με ρυθμό, που δεν μπορούν να καλυφθούν από τα νοικοκυριά. Και το αποτέλεσμα είναι μία βαθιά στεγαστική κρίση, που επηρεάζει ιδιαίτερα τις νέες οικογένειες.
Κι ενώ τα νοικοκυριά ασφυκτιούν και οι μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε ένα νέο μεγάλο κίνδυνο. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία εκτοξεύονται. Δεν είναι στρατηγικοί κακοπληρωτές όλοι και όλες. Είναι επαγγελματίες που προσπαθούν πολλοί από αυτούς και πολλές από αυτές να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κόστους, αλλά και μειωμένης ζήτησης. Γιατί η χαμηλή αγοραστική δύναμη των πολιτών μειώνει τον τζίρο των καταστημάτων και των επιχειρήσεων, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο ύφεσης.
Αυτή η πίεση μεταφέρεται και σε επισφάλεια εργασίας. Γιατί αυτές οι επιχειρήσεις, η «ραχοκοκαλιά» που λέγαμε κάποτε, της ελληνικής οικονομίας, έχουν και πολύ μεγάλο ποσοστό, για να μην πω την πλειοψηφία, εργαζομένων.
Στον αντίποδα όμως αυτού, το 2025 οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν 4,9 δισεκατομμύρια κέρδη και θα αποδώσουν μερίσματα 2,8 δισεκατομμύρια. Με προκλητικά χαμηλή φορολόγηση σε σχέση με όλους και όλες εσάς, με όλους τους πολίτες. Κέρδη, τα οποία δεν προήλθαν από επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, αλλά, δυστυχώς, προήλθαν από τη μεγάλη ψαλίδα επιτοκίων και τις χρεώσεις, τις προμήθειες, παρότι η κυβέρνηση πέρυσι είχε δεσμευτεί ότι νομοθετικά τις μείωσε, κάτι που τελικά αποδεικνύεται ψευδές.
Αντίστοιχα άδικα υπερκέρδη, πολύ πάνω δηλαδή από μία φυσιολογική κερδοφορία, καταγράφουν οι επιχειρήσεις ενέργειας. Δύο δισεκατομμύρια EBITDA η ΔΕΗ το ’25. Τα διυλιστήρια, υπολογίζουμε γύρω στα 700 εκατομμύρια τα υπερκέρδη, πάνω δηλαδή από το αναμενόμενο περιθώριο διύλισης των διυλιστηρίων. Τελικά, όλο αυτό το κόστος ενέργειας και καυσίμων πιέζει την αγορά. Γιατί για την αγορά συζητάμε σήμερα.
Πρακτικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και οι εργαζόμενοι δουλεύουν έτσι ώστε ό,τι περισσεύει, το κέρδος τους, να το διαχειρίζονται σε μια ολιγοπωλιακή αγορά μεγάλα ολιγοπώλια. Και αυτό είναι και για τους αγρότες και για τους εργαζόμενους μια καθαρή κλοπή. Και έχει την ευχή της κυβέρνησης.
Πρακτικά, όλο το κόστος μετακυλίεται στον καταναλωτή. Τελικά, την πληρώνουν πάλι οι καταναλωτές και η αγορά.
Oι επιπτώσεις είναι ορατές και πολύ επικίνδυνες, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος τα τελευταία δύο χρόνια πλέον απειλείται με εξαφάνιση στη χώρα μας. Γιατί έχουμε και στην αγροτική και στην κτηνοτροφική και στην αλιευτική παραγωγή, πολύ μεγάλο κόστος παραγωγής. Καυσίμων, ενέργειας στον μεγαλύτερο βαθμό. Οι παραγωγοί έχουν χάσει πλέον ένα μεγάλο ποσοστό των επιδοτήσεων. Οι τιμές, οι οποίες παίρνουν από την αγορά και τους οποιουσδήποτε, είτε μεσάζοντες, είτε εμπόρους, είναι πολύ χαμηλές. Και, βέβαια, ταυτόχρονα οι καταναλωτές πληρώνουν πολύ υψηλή τιμή στο ράφι. Αυτό αποκαλύπτει και μια δομική στρέβλωση στην αλυσίδα αξίας, στην οποία η κυβέρνηση δεν θέλει να παρέμβει.
Εμείς, επειδή δεν πρέπει να παραμένουμε μόνο στο επίπεδο της κριτικής, έχουμε καταθέσει προτάσεις και στο επίπεδο της καθημερινότητας της οικονομίας, αλλά και στο επίπεδο του αναπτυξιακού σχεδίου.
Μετά και τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή, ζητήσαμε συγκεκριμένες αλλαγές στο οικονομικό πεδίο.
Αναστολή του ΦΠΑ για ένα εξάμηνο σε τρόφιμα και φάρμακα, που υπάρχει δημοσιονομικό περιθώριο αποδεδειγμένα πλέον από το θηριώδες πλεόνασμα.
Μόνιμη μείωση του ΦΠΑ σε όλα τα νησιά. Γιατί, αφού μπορεί η μείωση του ΦΠΑ να είναι ευεργετικό μέτρο σε κάποια, θα είναι σε όλα. Μη μας κοροϊδεύει ο υπουργός Οικονομικών.
Μείωση του ειδικού φόρου στα καύσιμα στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρώπης.
Πλαφόν στο κέρδος διύλισης, για λογικά κέρδη των διυλιστηρίων.
Έλεγχο κέρδους στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Και ταυτόχρονα, επιστροφή της 13ης σύνταξης, του 13ου και 14ου μισθού.
Συλλογικές συμβάσεις για τους εργαζόμενους.
Μια δημόσια πολιτική στέγης, που θα έχει κοινωνική κατοικία και έλεγχο της αγοράς στέγης και του leasing.
Οφείλω να σας πω ότι ο κ. πρωθυπουργός κρύφτηκε από τη Βουλή και δεν ήρθε να συζητήσουμε γι’ αυτές τις προτάσεις, γιατί πρακτικά δεν έχει λόγο και τρόπο να τις αρνηθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε και το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα έπρεπε να είναι μια μεγάλη ευκαιρία και δυστυχώς καταλήγει να είναι μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για το μετασχηματισμό της οικονομίας. Γιατί οι εκταμιεύσεις καθυστερούν, γνωρίζετε τις εκθέσεις, δεν απευθύνονται στο σύνολο της πραγματικής οικονομίας, δεν καταλήγουν εκεί, ενώ ένας περιορισμένος αριθμός εταιρειών απορροφά ένα πολύ μεγάλο μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όμως, η χώρα, σε σύγκριση και με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει στερηθεί – σας το λέω συγκριτικά και με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – επενδύσεις στη στέγη, επενδύσεις στην κλιματική προσαρμογή, επενδύσεις στην περιφέρεια και τις υποδομές της και επενδύσεις στην καινοτομία.
Επιπλέον, μαθαίνουμε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ελέγχει και πώς μοιράστηκαν τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ όπως ανέφερα, ο κυβερνητικός σχεδιασμός στο Μεσοπρόθεσμο χτυπάει ένα πολύ ηχηρό καμπανάκι – δεν ξέρω αν το έχετε ακούσει – για μεγάλη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης προς το 2028 και 2029.
Κυρίες και κύριοι, όλα τα παραπάνω που σας ανέφερα υποθέτω ότι τα έχετε ακούσει, τα γνωρίζετε, ασχολείστε με τον χώρο αυτό, αλλά δεν είναι αποσπασματικά προβλήματα. Συνθέτουν τη συνολική εικόνα μιας οικονομίας, η οποία στερείται σχεδίου, κοινωνικής ισορροπίας και παραγωγικού βάθους. Αλλά και μιας χώρας, η οποία έχει μεγάλο έλλειμμα περιφερειακής στόχευσης, με αποτέλεσμα πολλές ελληνικές περιφέρειες να είναι στις τελευταίες θέσεις ανάπτυξης της Ευρώπης.
Στον αντίποδα αυτής της επιλογής, εμείς διαπιστώνουμε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά την επικίνδυνη επιλογή των θηριωδών πλεονασμάτων. Το 2025 το πλεόνασμα ήταν 12 δισεκατομμύρια. Περιμένω να μου εξηγήσει η οικονομική επιστήμη για ποιο λόγο έπρεπε να λείψουν 12 δισεκατομμύρια ευρώ από την αγορά. Δεν το συζήτησε ποτέ κανένας από μας, να είναι ελλειμματική η οικονομία, αλλά για ποιο λόγο πρέπει να λείψουν 12 δισεκατομμύρια ευρώ από την αγορά μαζί με τα υπερκέρδη, που σας ανέφερα, τραπεζών και ενέργειας, που επίσης λείπουν από την καθαρή παραγωγή και τις θέσεις εργασίας, λείπουν από το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη.
Τα 12 δισεκατομμύρια πλεόνασμα δεν είναι επιτυχία, είναι μειονέκτημα της κυβέρνησης, ιδιαίτερα μέσα σε εξωτερικές συνθήκες ανασφάλειας. Από τη μια μεριά, είναι απόδειξη ότι δημοσιονομικά είναι ανεπαρκής η κυβέρνηση. Άλλο προγραμματισμό είχε κάνει. Και από την άλλη, είναι απόδειξη ότι ήταν υποκριτής ο κ. Μητσοτάκης, όταν μιλούσε για τα πλεονάσματα από τη θέση της αντιπολίτευσης. Και δεν προέρχεται από μια δίκαιη φορολόγηση ανάπτυξης ή των υπερκερδών, όπως θα έπρεπε να είναι, από τις ενέργειες των τραπεζών, αλλά κυρίως από άδικους έμμεσους φόρους, όπως τον ΦΠΑ που πλήττει ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Όμως, εδώ θέλω να θέσω ένα ερώτημα και προς τα κυβερνητικά στελέχη: γιατί η κυβέρνηση δεν προχωρά στην μείωση των συντελεστών εμμέσων φόρων; Όπως κάνουν πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες και όπως προτείνουν και οι εργαλειοθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα δεν αντίκειται σε κανέναν κανόνα, αντίκειται στο σχέδιο της κυβέρνησης, γιατί έχει άλλες προτεραιότητες.
Και οι προτεραιότητες είναι προφανείς. Τα σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, με τα γαλάζια στελέχη, οι απευθείας αναθέσεις, οι ιδιωτικοποιήσεις και το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιουσίας της αυτοδιοίκησης, το ρουσφέτι και η συγκάλυψη, που φτάνει πλέον σε παραβίαση κανόνων δημοκρατίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ εδώ και ενάμιση χρόνο, μετά από μια αλλαγή σελίδας που κάναμε σαν κόμμα, αντιλαμβανόμενοι και την ανάγκη αξιοπιστίας, αλλά και προτάσεων για να υπερβεί η χώρα σοβαρά ελλείμματα, κατέθεσε μια πρόταση άλλου παραγωγικού σχεδίου.
Δύο είναι οι μεγάλες διαφορές και αυτές θα ήθελα να τις κρατήσετε ως συμπέρασμα.
Το ένα είναι ότι χρειαζόμαστε μια ισχυρή Πολιτεία, που να έχει αναπτυξιακό σχέδιο, περιφερειακό. Αυτό είναι το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Με βάση τις αρχές της βιωσιμότητας, όπως είναι και οι ευρωπαϊκές αποφάσεις, αλλά και με βάση τις δυνατότητες της επιστήμης, όπως συζητούσατε στο προηγούμενο πάνελ.
Η δεύτερη διαφορά μας: πιστεύουμε σε μια οικονομία με πλουραλισμό, που θα έχει τη δυνατότητα πολλών οικονομικών παραγωγών, σε αντίθεση με το σημερινό οικονομικό μοντέλο, που δεν δίνει δυνατότητα σε όλους, αλλά μόνο σε κολλητούς και που βάζει πλάτη μόνο σε ολιγοπώλια και σε καρτέλ. Ας χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που είναι της οικονομίας.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα σχέδιο ενίσχυσης της παραγωγικότητας, το οποίο θα προωθεί πράγματι την καινοτομία και την αποκέντρωση και θα προωθεί την παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας στη χώρα μας. Έχουμε το επιστημονικό δυναμικό, δεν το αξιοποιούμε και δυστυχώς οι νέοι επιστήμονες, αλλά όχι μόνο οι επιστήμονες, οι νέοι και οι νέες φεύγουν στο εξωτερικό.
Χρειαζόμαστε, όμως, γι’ αυτό η Πολιτεία να αποφασίσει ότι πρέπει – για να είναι δίκαιο και αναπτυξιακό το κράτος και ισχυρή η Πολιτεία – να ελέγχει και να ρυθμίζει κάποιους τομείς, όπως είναι οι τομείς της ενέργειας και των τραπεζών.
Γι’ αυτό και εμείς προτείνουμε δημόσια ΔΕΗ, για να είναι χαμηλά οι τιμές και να έχουμε δημόσιες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, αλλά χρειαζόμαστε και δημόσιο έλεγχο στο τραπεζικό σύστημα, με πρώτο τον ρόλο του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα.
Ειδικότερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – συζητούσατε για την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή επανάσταση – για ποιο λόγο στη χώρα μας, επειδή το έχουμε προτείνει, τολμώ να το καταθέσω εδώ ξανά, δεν έχει υπάρξει ένα υποχρεωτικό πρόγραμμα ψηφιακού και ενεργειακού εκσυγχρονισμού όλων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων; Η κλιματική ουδετερότητα είναι για λίγους ή είναι μόνο για τίτλους στα δελτία Τύπου του κ. Μητσοτάκη;
Χρειάζεται ένα νέο Εθνικό Ταμείο Ανάκαμψης σε αυτή την κατεύθυνση, που θα έχει ως βασικό αντικείμενο τον ψηφιακό και ενεργειακό εκσυγχρονισμό όλων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Για μια κυκλική ψηφιακή οικονομία δεν νομίζω ότι υπάρχει άλλη πρόταση στο πεδίο της επιστήμης, είτε της τεχνικής, είτε της οικονομικής, που να είναι βιώσιμη για οποιαδήποτε χώρα. Δεν το έχουμε όμως στη χώρα μας.
Αυτό είναι μεγάλη μεταρρύθμιση, που θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί και από τα παράλογα υπερκέρδη των ενεργειακών και τραπεζικών επιχειρήσεων. Αλλά θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί και από ένα άλλο μίγμα φορολογίας, όπως επί των μερισμάτων. Ας είναι, τουλάχιστον, όσο είναι το μέσο του μέσου πολίτη.
Αυτό θα μπορούσε να στοχεύσει σε ένα δυναμικό οκτακοσίων χιλιάδων επιχειρήσεων. Σκεφτείτε το αναπτυξιακό αποτύπωμα, αλλά και το αποτύπωμα στον χώρο της εργασίας.
Εδώ θα μπορούσαμε, επίσης, να βάλουμε προτεραιότητες αυτά, τα οποία χαρακτήριζαν για χρόνια την Ελλάδα. Την αγροδιατροφική αλυσίδα. Δεν θα επιβιώσει, αλλιώς, ο πρωτογενής τομέας. Και την οικονομία των συνεργασιών, είτε με clustering, με clusters, είτε με συμπράξεις και συνεργατικά σχήματα.
Γιατί οι ενεργειακές κοινότητες είναι έξω, εδώ και επτά χρόνια, από τον προγραμματισμό και τις προτεραιότητες του δικτύου της κυβέρνησης;
Καταλαβαίνω ότι, ιδιαίτερα για το επιχειρείν, θα μπορούσαμε να μπούμε και σε άλλες, πιο λεπτομερείς ρυθμίσεις που ενδιαφέρουν την αγορά.
Αναφέρω ενδεικτικά, ο κατάλογος δεν είναι πεπερασμένος:
Νέα μακροχρόνια ρύθμιση, αυτοματοποιημένη, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των χρεών προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ. Πρέπει να υπάρχει.
Πραγματική ψηφιοποίηση του Δημοσίου. Δεν μιλάμε για ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας, δηλαδή να παραμένει η έγχαρτη διοίκηση και απλά να σκανάρουμε τα έγγραφα.
Μια σοβαρή φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θα λειτουργεί προωθητικά για τις επιχειρήσεις, αλλά με ενίσχυση του δημοσίου, όχι πάντα με ενδιάμεσους παρόχους για να πληρώνουν περισσότερο κόστος οι επιχειρήσεις.
Και με ένα πολύ μεγάλο ερώτημα που έχουμε σήμερα στην Ελλάδα. Με ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης και ανάπτυξη εξειδικευμένου δυναμικού. Έχουμε σοβαρό θέμα και σε αυτόν τον τομέα. Εργατικό δυναμικό, εκπαιδευμένο δυναμικό με καλύτερες αμοιβές.
Όπως καταλαβαίνετε, κυρίες και κύριοι, προτείνουμε ως ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία μια άλλη πολιτική, η οποία θα δίνει έμφαση στην παραγωγή πραγματικών προϊόντων στη χώρα μας, στην ποιότητα της εργασίας και στην αύξηση των αμοιβών. Και αυτή η πολιτική πρέπει και μπορεί να αξιοποιεί ευρωπαϊκούς πόρους με ένα δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο.
Δεν μιλάμε για ένα απλό οικονομικό διακύβευμα. Μιλάμε για ένα βαθιά κοινωνικό, ταυτόχρονα δημοκρατικό διακύβευμα και μια εθνική υπόθεση. Γιατί μια κοινωνία, που διευρύνει τις ανισότητες και περιορίζει τις ευκαιρίες και δεν έχει σχεδιασμό οικονομικό για το μέλλον, υπονομεύει την ίδια τη συνοχή της.
Σας ζητώ, λοιπόν, και σας ζητούμε να συζητήσουμε μαζί για αυτές τις εναλλακτικές επιλογές. Να βρούμε λύσεις, γιατί δεν θέλουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε φτώχεια και ανασφάλεια.
Οι προτάσεις μας έχουν συνταχθεί με βάση προτάσεις των οικονομικών παραγωγών και των επιμελητηρίων και με τις προτάσεις της επιστήμης. Για να μπορέσουν να δώσουν μια προοπτική, μια διέξοδο, η οποία να είναι και παραγωγική, να είναι και προοδευτική. Να είναι, δηλαδή, δίκαιη και γι’ αυτό να είναι βιώσιμη.
Σε αυτό τον διάλογο, επαναλαμβάνω κλείνοντας, δίνουμε πάρα πολύ μεγάλη σημασία στις επεξεργασίες και τον ρόλο των Επιμελητηρίων, γι’ αυτό και θα ήθελα να ευχαριστήσω ακόμα μια φορά το Οικονομικό Επιμελητήριο για την πρόσκληση και όλους εσάς που είστε εδώ και ακούσατε τις προτάσεις μας.
Σας ευχαριστώ πολύ! Καλή επιτυχία!».




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου