![]() |
| Φωτογραφία αρχείου, της Ιεράς Συνόδου της Ελλάδος. |
Αφορμή για μια γενικότερη
ενατένιση των σχέσεων Ανατολής – Δύσης
Του ΝΤΙΝΟΥ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
Είτε δεχτούμε ως άμεση αλληλεπίδραση την πληθώρα και την ευρύτητα των
σχέσεων που συνδέουν ή χωρίζουν ευδιάκριτα ή δυσδιάκριτα τη Βυζαντινή Ανατολή
με τη Λατινική Δύση και την Ιταλική χερσόνησο, είτε ως έμμεση, αυτές αποτελούν
σημαντικό κεφάλαιο της Ευρωπαϊκής Ιστορίας με αξιόλογα και πολυποίκιλα
αποτελέσματα και στις δύο πλευρές.
Και δεν αναφερόμαστε σε μία μόνο
συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ούτε σε ένα επίπεδο σχέσεων, αλλά σε όλο το
διάστημα της «συνύπαρξης» των δύο «κόσμων» και σε όλο το φάσμα της καθημερινής
πολιτικής, οικονομικής, θρησκευτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής τους.
Οι
αλληλεπιδράσεις αυτές μεταξύ Βυζαντίου και Ιταλίας, άμεσες ή έμμεσες, είναι,
κυρίως, λογικό επακόλουθο των κοινών κοιτίδων των δύο πολιτισμών, του κλασικού
ελληνισμού και της ρωμαϊκής παράδοσης. Με την πάροδο του χρόνου, η είσοδος ή η
απομάκρυνση κάποιων συστατικών στοιχείων ή επεξέτεινε τις διαφορές ή τις
άμβλυνε. Συμπερασματικά, η Ιταλία και το Βυζάντιο θεωρούνται δύο πολιτισμοί που
κινούνται παράλληλα, διασταυρώνονται και συγκρούονται ή «μπολιάζονται»
δημιουργικά, εφόσον δραστηριοποιούνται στους ίδιους γεωγραφικούς χώρους, τη
Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μεσόγειο Θάλασσα.
«Οι επιρροές του βυζαντινού πολιτισμού στη Δυτική
Ευρώπη, η οποία στηρίζεται σε γερμανολατινικές βάσεις για να αναπτύξει τον
πολιτισμό της, εντοπίζονται στην Τέχνη και στην Αρχιτεκτονική, στην Τεχνολογία,
στο Δίκαιο, στον τρόπο διακυβέρνησης, στη Ναυσιπλοΐα, στη Φιλολογία, στη
Μουσική και γενικά στην εισαγωγή ενός εξευγενισμένου τρόπου ζωής. Η Ιταλική
Χερσόνησος και η Νότια Ισπανία επηρεάστηκαν σαφώς περισσότερο από το Βυζάντιο
απ’ ό,τι η Γαλλία και Η Αγγλία. Αντίστροφα, η αύξηση της Δυτικής Επιρροής στην
Ανατολή λόγω των Σταυροφοριών τον 12ο και τον 13ο αιώνα
είχε αποτέλεσμα την ανάπτυξη φεουδαρχικών μορφών στο Βυζάντιο»[1].
Η Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας από το 330 μ.Χ. και έδρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 395
μ. Χ., παίζει διαφορετικό ρόλο απ’ ό,τι η Ρώμη, η οποία έχει περιπέσει σε
κοινωνικοπολιτική παρακμή και ό,τι την περισώζει είναι η παρουσία του Πάπα, η
οποία, όμως, της δίδει μέρος του τρωθέντος γοήτρου και της δύναμης μετά τον 8ο
αιώνα όταν προστρέχουν σ’ αυτόν προς αναγνώριση Δυτικοί ηγεμόνες (Φράγκοι και
Γερμανοί). Νωρίτερα, μετά το 476 μ.Χ., που καταλύεται με την άλωση της Ρώμης
από τα γοτθικά φύλα, καταρρέει και το δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
και αρχίζει η διαφοροποίηση Ανατολής και Δύσης.
Τον 6ο αιώνα, όμως, παρά την έκδηλη πια
διαφοροποίηση της ανατολικής αυτοκρατορίας από τις γερμανοκρατούμενες δυτικές
επαρχίες, βλέπουμε ότι – σύμφωνα με σχόλιο του Mango[2] – «Η Κωνσταντινούπολη είχε ιδρυθεί ως κέντρο
του λατινισμού στην Ανατολή, και υπήρχαν ακόμη ανάμεσα στους κατοίκους της
πολλοί Ιλλυριοί, Ιταλοί και Αφρικανοί, των οποίων η μητρική γλώσσα ήταν τα
λατινικά, όπως ήταν και του ίδιου του αυτοκράτορα Ιουστινιανού». Και, για να
προεκτείνουμε την παραπάνω επισήμανση, μπορούμε ν’ αναλογιστούμε τις συνέπειες
που είχε η παρουσία Ιταλών (ρωμαιοκαθολικών) στην πρωτεύουσα της (Ορθόδοξης)
Ανατολής τόσο στη δημογραφική της εξέλιξη, όσο και σ’ άλλα κοινωνικού
ενδιαφέροντος ζητήματα (σχέσεις κεντρικής εξουσίας με Εκκλησία, παιδεία κ.α.).
Σημαντικό ρόλο στην αντιπαράθεση και διαφοροποίηση
Δύσης και Ανατολής έπαιξαν η τάση του Πάπα για πρωτοκαθεδρία (5ος –
6ος αιώνες), η Εικονομαχία
του 8ου αιώνα και το Σχίσμα (867 επί Φωτίου και 1054 επί
Μιχαήλ Κηρουλαρίου), αλλά και οι Σταυροφορίες από τον 11ο αιώνα και
μετά. Όλ’ αυτά είχαν ως αποτέλεσμα διαφορετικές ιστορικές πορείες των δύο
«κόσμων» (Ανατολή – Δύση), με λιγοστές αξιόλογες επαφές και ουσιαστικές
αλληλεπιδράσεις.
Μέχρι και τα
Ύστερα Βυζαντινά Χρόνια (14ος – 15ος αιώνες), οι
Βυζαντινοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνεχιστές της ρωμαϊκής πολιτικής
παράδοσης. Αντίστοιχα, οι κάτοικοι της Ιταλικής Χερσονήσου θεωρούν και αυτοί
ότι συνεχίζουν μια μακραίωνη παράδοση, μόνο που αυτή έλκει τη δύναμή της από
τον Πάπα, παρότι αυτός διορίζεται από τον εκάστοτε αυτοκράτορα και είναι
υπόλογος σ’ αυτόν. Ο Κ. Αθανασόπουλος[3],
όμως, σημειώνει ότι «μέχρι τα χρόνια του Ηρακλείου (τον 7ο αιώνα) οι
νόμοι και οι πολιτικοί θεσμοί της αρχαίας Ρώμης διατηρούνταν ανέπαφοι (Baynes – Moss, 1966, σ. 291,
Ράνσιμαν 1969 σ. 13 –19, 201)». Προφανώς, αναφέρεται στην επιρροή των
ρωμαϊκών πολιτικών εθίμων στη Βυζαντινή
πολιτική εξουσία και κοινωνία.
Οι μεγαλύτερες
αλληλοεπιδράσεις μεταξύ Βυζαντινών και της Ιταλικής Χερσονήσου (αλλά και των
Δυτικών κοινωνιών γενικότερα) σημειώνονται σε θέματα πολιτισμού ( γράμματα
–τέχνες- φιλοσοφία- αρχιτεκτονική κ.α) Μεγάλη
και διαχρονική επίδραση άσκησε το έργο του Ιωάννη Σχολαστικού
(περ.500-577), «Περί Παραδείσου», το οποίο μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες
μεταξύ των οποίων και τα λατινικά.
Σ’ ό,τι αφορά τη βυζαντινή επίδραση στη δυτική τέχνη,
ας ξεκινήσουμε από την αξιόλογη ανάπτυξη που γνώρισε η δυτική μικρογραφία από
τον 6ο έως τον 9ο αιώνα. Σε μεγάλο μέρος των μικρογραφιών
είναι εμφανής η επίδραση της βυζαντινής παράδοσης. Στις μικρογραφίες με
ανεικονικό χαρακτήρα ίσως πρέπει να
αναζητήσουμε επιδράσεις από τα κηρύγματα της Εικονομαχίας που είχαν
φτάσει στη Δυτική Ευρώπη. Πάντως, η
βυζαντινή παράδοση, αναμφισβήτητα, αποτελεί πηγή έμπνευσης και δημιουργίας για
όλους τους τομείς της δυτικής τέχνης, αρκεί να σκεφτούμε π.χ. ότι οι Ευρωπαίοι
ζωγράφοι μέχρι την εποχή των Μεροβίγγειων ακολουθούσαν τα πρότυπα της
Ιουστινιάνειας Ζωγραφικής, προσαρμόζοντάς τα στα δυτικά, φεουδαρχικά
«δεδομένα».
Η αρχιτεκτονική της Ιταλικής Χερσονήσου δέχθηκε σημαντικές επιδράσεις
από τη βυζαντινή αρχιτεκτονική του 5ου αι. μα και την Ιουστινιάνεια
αντίληψη του 6ου. Ενώ κατόπιν εντολής του Μ. Κωνσταντίνου τον 4ο
αιώνα χτίζεται ο Ναός του Αγ. Πέτρου στη Ρώμη και με τη συγκεκριμένη
αρχιτεκτονική του αποτελεί τη βάση για την κατοπινή αρχιτεκτονική των εκκλησιών
και όχι μόνο, παρατηρούμε πως και ο ναός
της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης στέκεται πρότυπο για το ναό του Αγίου
Βιταλίου της Ραβέννας και τον Άγιο Απολλινάριο. Την ίδια στιγμή, άλλα βυζαντινά
κτίσματα είναι υπόδειγμα για το
Μαυσωλείο της Γάλλας Πλακιδίας αλλά και το παρεκκλήσι και τα ανάκτορα
του Καρλομάγνου στο Ααχεν.
Στην «Παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης»[4] διαβάζουμε: «… Την εποχή
της κατακτήσεως του Ιουστινιανού, ο Βελισάριος έκανε τη Ραβέννα πρωτεύουσα του
εξαρχάτου, που αντιπροσώπευε το βυζαντινό κράτος στη Δύση. Η εξέλιξη που πήρε
εκεί η αρχιτεκτονική και η τέχνη των ψηφιδωτών δείχνει την ανάμειξη ιταλικών
παραδόσεων και ανατολικών επιδράσεων. Τι ποσοστό οφείλει στην παράδοση και τι
στην ανατολική επίδραση κάθε έργο χωριστά ή η Ραβέννα σα σύνολο, θα αποτελεί
πάντα θέμα συζητήσεως. Οπωσδήποτε, η ανάμειξη αυτή θα αποτελεί μια από τις
σημαντικότερες επιτεύξεις της χριστιανικής τέχνης.»
Οι επιρροές των βυζαντινών καλλιτεχνών δεν περιορίζονται στην Ιταλική
Χερσόνησο αλλά επιδρούν και στα ιταλικά νησιά. Στην περιοχή του Παλέρμο της
Σικελίας έχουν διασωθεί πολλά ψηφιδωτά τα οποία μαρτυρούν αυτές τις επιρροές
παρά τις ανομοιότητες και ανισότητες που εμφανίζονται στην τεχνοτροπία. Είναι
χαρακτηριστικό ότι στον καθεδρικό ναό του Τσεφαλού, χτίστηκε το 1131,
απεικονίζεται ο Παντοκράτωρ κρατώντας μια βίβλο όπου είναι γραμμένο «Εγώ ειμί
το φως του κόσμου» , σε λατινική και
ελληνική γραφή.
Η Εικονομαχία (726-843) ήταν ένα ακόμα σημείο επαφής
και ταυτόχρονα τριβής μεταξύ Βυζαντίου και Ιταλικής χερσονήσου, ιδιαίτερα της
Ρώμης. Και τούτο διότι ενεπλάκη σε αυτή ο τότε Πάπας της Ρώμης Γρηγόριος, ο
οποίος εκμεταλλευόμενος την εσωτερική αναταραχή
που επικρατεί στην Ανατολική Αυτοκρατορία, υποκινεί εξεγέρσεις. Σκοπός του ήταν η απαλλαγή από την κηδεμονία
της Κωνσταντινούπολης και για να εξυπηρετήσει τις επιδιώξεις του υποκινεί
εξέγερση στο θέμα Κεντρικής Ελλάδος. Ο Γρηγόριος τασσόμενος υπέρ των
εικονολατρών έρχεται σε ρήξη με τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ και στρέφεται προς
τους Φράγκους. Ακόμα και όταν η διαμάχη μεταξύ των αντιμαχόμενων
(εικονολατρών –εικονοκλαστών )
καταλαγιάζει επί Λέοντος Δ’ και
Κωνσταντίνου ΣΤ η Ρώμη εξακολουθεί να
παρέχει τη στήριξή της στους εικονόφιλους
( Δ. Κατσουλάκος)[5].
Και εκ των προηγουμένων συνάγεται πως η αμφίπλευρη
παρουσία των είναι έντονη και λαμβάνει πολιτικά χαρακτηριστικά (π.χ στροφή προς
τους Φράγκους), με αφορμή τις θρησκευτικές διαμάχες.
Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι με έντονο τρόπο γίνεται αισθητή η
επιρροή και αλληλοεπίδραση μέσω της
τέχνης και των γραμμάτων και λιγότερο μέσω άλλων επικοινωνιακών διόδων.
Ο Φ. Κ. Βώρος, σημειώνει σχετικά με τις σχέσεις Δύσης (κι όχι μόνο της
Ιταλίας) και Βυζαντίου[6],
«Αφότου διαμορφώθηκε το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος κατά τον 5ο μ.Χ.
αιώνα[7],
τούτο λειτούργησε ως φάρος συντήρησης και διάδοσης τριών πολιτιστικών
παραδόσεων: Ρωμαϊκών διοικητικών και νομοθετικών θεσμών, Χριστιανικής Θρησκείας
και Ελληνικής γλώσσας. Αυτή έγινε επίσημη γλώσσα του Κράτους από τις μέρες του
Ιουστινιανού[8],
γλώσσα της βυζαντινής παιδείας και
διπλωματίας. Οι αντιγραφείς αρχαίων χειρογράφων στα βυζαντινά μοναστήρια
διέσωσαν την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Το Βυζάντιο πρόσφερε σε Σλάβους έτοιμο
σύστημα γραφής[9]
και επηρέασε στα πρώτα βήματά της τη
λογοτεχνία των Σλάβων. Από το Βυζάντιο
άντλησε η Δυτική Ευρώπη τον καιρό της Αναγέννησης (15ο –17ο
αι.) πλούτο αρχαίων χειρογράφων και δέχτηκε πολυάριθμους λογίους Βυζαντινούς ως
δασκάλους (για τα κείμενα) της Αρχαίας
Ελληνικής Γραμματείας.[10]
Κατά την περίοδο της Αναγέννησης
πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες –για δικούς τους λόγους - αναζήτησαν με ζήλο ό,τι ονομάστηκε ανθρωπιστική παιδεία στην
ελληνορωμαϊκή πολιτισμική κληρονομιά. Πολυάριθμοι απεσταλμένοι αναζητούσαν στην
ελληνοβυζαντινή Ανατολή αντίγραφα αρχαίων ελληνικών κειμένων, πολυάριθμοι
λόγιοι του Βυζαντίου προσκαλούνταν να διδάξουν
ελληνική γραμματεία σε νεοσύστατα πανεπιστημιακά ιδρύματα στην Ιταλία
και σ’ άλλες δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Τότε άρχισαν και οι πρώτες
αρχαιολογικές ανασκαφές. Μέσα σ’ αυτό τον πυρετό αναζήτησης ανθρωπιστικής
παιδείας ο πάπας δέχτηκε από το διάσημο ζωγράφο Ραφαέλο Σάντι να
ζωγραφίσει σε μία πλευρά του επίσημου γραφείου του τη Σχολή των Αθηνών
(συναγωγή σοφών της Ελληνικής Αρχαιότητας, με επίκεντρο τον Πλάτωνα –
Αριστοτέλη)[11].
Τότε η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία πήρε θέση σημαντική στην Παιδεία της Ευρώπης,
κυρίως κατά το 16ο αιώνα».
Σ’ ό,τι αφορά την οικονομική ζωή, τον 9ο
αιώνα, μετά τον «βυζαντινό μεσαίωνα» παρατηρείται πληθυσμιακή ανάπτυξη.
Αποτέλεσμά της έχει οικονομική ανάπτυξη στην οποία σημαντικό ρόλο
διαδραματίζουν η Κάτω Ιταλία και τα
λιμάνια της Βενετίας και το Αμάλφι στη
νότια Ιταλία, στην ανάπτυξη της ανατολικής Αυτοκρατορίας. Την ίδια περίπου περίοδο,
όπως σημειώνει η «Ιστορία της Ευρώπης» των Berstein
– Milza[12], σ’
ό,τι αφορά το εμπόριο στη Δύση «…Ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα στη Δύση όπως ο
αιγυπτιακός πάπυρος, τα εξωτικά φρούτα και το ελαιόλαδο έχουν σχεδόν
εξαφανιστεί από τις δυτικές αγορές […] Η μουσουλμανική πειρατεία μετατοπίζει
ανατολικότερα τις μεγάλες γραμμές του θαλάσσιου εμπορίου ευνοώντας τα λιμάνια
της Αδριατικής και ιδιαίτερα της Βενετίας, όπου καταφθάνουν τα μπαχαρικά της
Αλεξάνδρειας, τα μεταξωτά της Κωνσταντινούπολης, η ξυλεία και οι σκλάβοι απ’
όλη την Ευρώπη και τέλος τα ψάρια και το αλάτι της Αδριατικής». Ας θεωρήσουμε
αξιοσημείωτο το ότι οι Δυτικοί χρησιμοποιούν τα μεταξωτά της πρωτεύουσας της
Βυζαντινής Ανατολής για την ενδυματολογική τους παρουσία, τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τους
βίο.
Στα χρόνια του Μιχαήλ του Η’ (13ος αιώνας)
υπογράφεται η συνθήκη του Νυμφαίου, σύμφωνα με την οποία παραχωρούνται προνόμια
σε Γενουάτες και Βενετσιάνους. Αυτές οι συνθήκες επιτρέπουν στους Ιταλούς
ελεύθερο χωρίς δασμούς και φόρους εμπόριο και οικονομική συναναστροφή με το
Βυζάντιο και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Έτσι, σταδιακά οι Βυζαντινοί χάνουν
σημαντικά έσοδα τα οποία οικειοποιούνται Γενουάτες και Βενετοί για να
κυριαρχήσουν τελικά οι τελευταίοι σε όλο το Αιγαίο και το 1302 ελέγχουν πλήρως
τη θαλάσσια οικονομία της παραπαίουσας Αυτοκρατορίας. Με την ελεύθερη διακίνηση
αγαθών από τους Ιταλούς στις πάλαι ποτέ βυζαντινές θάλασσες διακινούνται και οι
ελληνικές ιδέες στη Δύση και οι ιταλικές στην Ανατολή. Αυτή η ενετική κυριαρχία
που αφαιμάσσει την παραπαίουσα αυτοκρατορία συνεχίζεται παρά τα μέτρα που
παίρνει ο αυτοκράτορας Ιωάννης (Στ’) Καντακουζηνός και ο οποίος το 1346
κατασκευάζει στόλο και μειώνει τους δασμούς όσων πλοίων καταπλέουν στην
Κωνσταντινούπολη.
«Για να γίνουν
καλλίτερα αντιληπτές οι σχέσεις μεταξύ των Βενετών, των Βυζαντινών και των
Γενουατών, χρειάζεται μια γενική επισκόπηση του χώρου της ανατολικής
Μεσογείου…..Τέλος, τεχνικές προϋποθέσεις για τη λειτουργία της διεθνούς αγοράς
είναι η ύπαρξη διεθνούς νομίσματος ή η δυνατότητα μετατροπής νομισμάτων άρα ή
ύπαρξη τραπεζικών μηχανισμών, καθώς και μηχανισμών διαδόσεως οικονομικών και
εμπορικών πληροφοριών»[13].
Το παραπάνω
απόσπασμα δείχνει εύγλωττα το εύρος της Ιταλικής παρουσίας στην καρδιά της
Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είναι φυσικό, νομίζουμε, ότι αυτές οι συναλλαγές δεν
περιορίστηκαν σε οικονομικό μόνο επίπεδο, αλλά στάθηκαν η αφορμή για αμφίδρομη
διακίνηση ιδεών συνηθειών πολιτικών και
πολιτιστικών αξιών.
Ίσως θα μπορούσαν να ανιχνευθούν ψήγματα
βυζαντινών επιρροών, όταν ο Καρλομάγνος
επηρεασμένος προφανώς από τη διοικητική διαίρεση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας
διαιρεί την υπό την εξουσία του αυτοκρατορία των Φράγκων σε 200 κομητείες. Οι κομητείες, θεσμός – στυλοβάτης της
ευρωπαϊκής φεουδαρχίας, μάλλον, αντιστοιχεί με τα βυζαντινά «Θέματα» τόσο επί
Ηρακλείου όσο και των χρόνων της Μακεδονικής Δυναστείας.
Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε πως ο
Καρλομάγνος τα Χριστούγεννα του 800 στέφεται αυτοκράτορας στο ναό του Αγίου
Πέτρου στη Ρώμη με το Βυζαντινό τυπικό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία επιδίωξε να
θεωρηθεί ισότιμη με τη βυζαντινή η αυτοκρατορία του και παράλληλα να φανεί συνεχιστής της ρωμαϊκής παράδοσης
την οποία μονοπωλούσε η ανατολική αυτοκρατορία. Μερικούς αιώνες αργότερα,
συγκεκριμένα τον 11ο, « ο Ρογήρος της Σικελίας διατηρεί τους
βυζαντινούς θεσμούς, οργανώνει την Αυλή του με το Βυζαντινό πρότυπο και η
Γραμματεία του ακολουθεί τους Βυζαντινούς τρόπους όταν απευθύνεται στους
ελληνόφωνους υπηκόους της». Το παραπάνω σχόλιο του Ν. Ε. Καραπιδάκη[14]
μπορεί να ερμηνευτεί και ως προς την κατεύθυνση των ανατολικών επιρροών σε έναν
Ιταλό βασιλέα και την Αυλή του, αλλά και να αξιοποιηθεί ως προς τη σημασία της
ελληνικής παρουσίας στην Ιταλική χερσόνησο.
Τέλος, ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι
διπλωματικές επαφές των δύο «κόσμων» σε διάφορες «φάσεις» των σχέσεών τους και
οι οποίες (επαφές) είναι ενδεικτικές των «διαύλων επικοινωνίας» που υπήρχαν
μεταξύ τους. Έτσι, για παράδειγμα, προ του ενδεχομένου μιας αναμέτρησης
Βυζαντινοί και Φράγκοι καταλήγουν σε συμφωνία μετά από διαπραγματεύσεις της
περιόδου 812-815, κατά τις οποίες ο Καρλομάγνος αναγνωρίζεται μεν ως αυτοκράτορας
πλην όμως παραιτείται από τον τίτλο του Κυβερνήτη του Ρωμαϊκού Κράτους, αναγνωρίζοντας παράλληλα την κυριαρχία των
Βυζαντινών στη Βενετία και σε διάφορες ιταλικές περιοχές.
Το Βυζάντιο είναι σε διαρκή επαφή με την
Ιταλική χερσόνησο, ουσιαστικά δεν
αποκόπηκε ποτέ, τουναντίον η παρουσία της μιας ή της άλλης πλευράς πάντα
καταγραφόταν στο έδαφος της άλλης. Αυτή η αλληλοεπίδραση είναι ένα κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας,
που δείχνει την αέναη, ζωντανή, δημιουργική και συνάμα συγκρουσιακή σχέση σε όλη τη μακραίωνη
διαδρομή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Απ’ αυτή τη σχέση περισσότερη
ωφελημένη, κατά τη γνώμη μας, εξήλθε η Δύση, με τις πολλαπλές και σημαντικές,
άμεσες και έμμεσες επιρροές που δέχτηκε από το Βυζάντιο σε θέματα παιδείας,
τέχνης και σε κάθε πτυχή της καθημερινής οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής
ζωής. Ωστόσο, ας μην παραβλεφθεί ότι και
η επιρροή της Ιταλίας προς την Ανατολή δεν ήταν αμελητέα και επηρέασε τη
στρατηγική και την αντίληψη των Βυζαντινών σε όλες τις εκφάνσεις της διοικητικής
και οικονομικής ζωής και της στρατηγικής σκέψης.
Ωστόσο, ότι πρέπει να δοθεί και ξεχωριστή
σημασία και στο ότι ο γνωστός βυζαντινολόγος P.
Lemerle σημειώνει στο κεφάλαιο του έργου του για το
πρώιμο (ως τον 9ο αιώνα) Βυζάντιο[15] για το πρόβλημα της
ελληνομάθειας στην Ιταλία, «Δεν μπορούμε να λέμε ότι στη Δύση διατηρήθηκε μια
παράδοση – έστω και πολύ ισχνή – της ελληνικής γλώσσας, παιδείας, φιλολογίας
και σκέψης, για να εξηγήσουμε, ακόμα και σε μικρό ποσοστό, την ελληνική
αναγέννηση του 9ου αιώνα. Ο λατινικός κόσμος ζει αναδιπλωμένος στον
εαυτό του και στα λατινικά του· δέχεται πολύ λίγα, ακόμη κι από το Βυζάντιο·
και δεν μεταδίδει τίποτα».
Βιβλιογραφία
- «Παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης – τόμος 4: Παλαιοχριστιανικός και Βυζαντινός Κόσμος», J. Lassus, μεταφρ. Δ. Σολωμού, Εκδ. Φυτράκη, χ.χ.,
- www.voros.gr/epik/ar0412.doc,
- Αθανασόπουλος Κ., «Βυζαντινός και Δυτικός Κόσμος», Τόμος Α’, ΕΑΠ 2000
- S. Berstein – P. Milza, «Ιστορία της Ευρώπης», τ. 1, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ τομ.9, εκδ. Εκδοτική Αθηνών 1980.
- Ν. Ε. Καραπιδάκης, «Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης», Εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, 2η έκδοση.
- Κατσουλάκος Δ., Ιστορία του Μεσαιωνικού και Νεότερου Κόσμου, τομ. Α, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ 2001.
- P. Lemerle, «Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός», ΜΙΕΤ, Αθήνα 1995 (Β’ έκδοση).
- C. Mango, « ΒΥΖΑΝΤΙΟ», εκδ. ΜΙΕΤ, 3η έκδοση, Αθήνα 1999.
- Ράπτης K. , «Γενική Ιστορία της Ευρώπης», τ. Α’, εκδ. ΕΑΠ 1999.
[1] Κ. Ράπτης, «Γενική Ιστορία της
Ευρώπης», τ. Α’, σελ. 105 – 106, εκδ. ΕΑΠ 1999.
[3] Κ. Αθανασόπουλος, «Βυζαντινός
και Δυτικός Κόσμος», τ. Α’, σελ. 34, ΕΑΠ 2000
[4] «Παγκόσμια Ιστορία της Τέχνης –
τόμος 4: Παλαιοχριστιανικός και Βυζαντινός Κόσμος», J. Lassus, μεταφρ. Δ.
Σολωμού, Εκδ. Φυτράκη, χ.χ., σελ. 47.
[5] Δ. Κατσουλάκος. Ιστορία του Μεσαιωνικού και Νεότερου
Κόσμου, τομ. Α, σελ 43, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ
2001.
[6] www.voros.gr/epik/ar0412.doc, ΦΚ Βώρος Δρόμοι Ελληνικής
Παιδείας: προς την Ελλάδα, προς την Ευρώπη
[7] Περίοδο διαμόρφωσης θεωρούν
συνήθως τη διαδρομή από 330 μ.Χ. (κτίση Κωνσταντινούπολης) ως 565 μ.Χ. (λήξη
της Βασιλείας του Ιουστινιανού).
[8] Δημοσιεύοντας μια
Νεαρά (νέο νόμο) το 534 σε γλώσσα ( όχι πια λατινική αλλά) ελληνική, έγραψε
τούτο το Προοίμιο: «Ου τη πατρίη γλώττη
τον νόμον συνεγράψαμεν αλλά τη κοινη τε και ελλάδι, ώστε γνώριμον είναι τοις
υπηκόοις».
[9] Το λεγόμενο Κυρίλλειο Αλφάβητο, που έχουν σήμερα ( A.A.Vasiliev, History of the Byzantine Empire, Madison 1952, pp.282-283, 298).
G. Ostrogorsky, Ιστορία του
Βυζαντινού Κράτους (μετ. Ιωάννης Παναγόπουλος), τ.2, σελ. 102-103.
[10] N. G.Wilson, Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, μετ. Φωτεινής Πρεβεδούρου –Γεωργίνη,
εκδόσεις «Νέα Σύνορα», 1994.
[11] Χρύσανθος Χρήστου, Η Ιταλική
Ζωγραφική κατά τον 16ο
αιώνα τ. α΄. σελ.107-123.
Και
Alfred von Martin, Η
Κοινωνιολογία της Αναγέννησης, μετ.
Αγγελικής Βερυκοκάκη, σελ. 60-66, από όπου: «Η Αρχαιότητα ανυψωμένη σε αυθεντία
πρόσφερε απελευθερωτική υπηρεσία για τον άνθρωπο της Αναγέννησης».
[13] ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΕΘΝΟΥΣ τομ.9, σελ. 234, εκδ. Εκδοτική
Αθηνών 1980. Βλ. και ΙΕΕ στον ίδιο τόμο, σελ. 8, 12, 16, 30, 52, 55, 66, 67,
170, 404, 411 για τις σχέσεις Βυζαντίου και Ιταλικών πόλεων.
[14]
Ν. Ε. Καραπιδάκης, «Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης», Εκδ. Αλεξάνδρεια,
Αθήνα 1996, σελ. 187, 2η έκδοση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου