![]() |
| Στους Καλόγερους. |
Του ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΡΦΥΡΗ
Μέρες τον έκαιγε ο πυρετός, με κρύες
κομπρέσες και κάνα κατάπικρο κιτρινωπό κινίνο προσπαθούσαν να τον γιατρέψουν,
μα όσο περνούσαν οι μέρες όλο και χειροτέρευε η κατάστασή του, έβραζαν από
βραδύς φλούδες ιτιάς στο (μούσκιο) νερό, και τον πότιζαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ,
από ένα τσουκάλι, σε πέντε μερόνυχτα άνοιξε τα μάτια του, γύρεψε μια κουταλιά
καφεζάχαρι και με σιγανή τρεμάμενη φωνή, είπε, τάφαγα τα ψωμιά μου, μα αν δεν
δω νερό στ' αυλάκι, να τρέχει (τσουράϊ) δεν τα κλείνω γι' αυτό βάλτε τα δυνατά σας να πιάσετε
δέση στο ποταμάκι, ά να μην τ' αστοχήσω να δείτε καλά, άλλη μια φορά (βολά) τα
συμφωνηθέντα με τούτους δω τους Στρανωμίτες, τους κρίνω παμπόνηρους, και όχι
μπεσαλήδες- αυτά είπε κι' έπεσε σε κώμα, τον μετέφεραν στο ξυλοκρέβατό του μέσα
στην αχυροκαλύβα που είχαν στήσει στο ξέφωτο του Αϊ Γεωργιού, κάτω από δύο
βαθυίσκιωτες μελικοκιές.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου