Ως το 1960 όλη η Αττική μύριζε θειάφι τον Αύγουστο
Θειάφιζαν τα αμπέλια για τον περονόσπορο και στη μέση, του οικοπέδου η συκιά γιατί η συκιά ήταν το ψυγείο του φτωχού!
Το 1932, όταν ήρθε με τον άντρα της από την Άνδρο στην Αθήνα, αγόρασαν ένα μικρό οικόπεδο στα Άνω Πατήσια. Τότε εκεί ήταν εξοχή.
Σε ακτίνα λίγων χιλιομέτρων από την Ακρόπολη η Αθήνα περιστοιχιζόταν από ελαιώνες αμπελώνες και περιβόλια και το οικόπεδό τους ήταν ακριβώς αυτό: ένα παλιό αμπέλι. Ο μεσίτης τους είχε πει "Αμπελόκηποι ήταν όλη εδώ η περιοχή" - και δεν έλεγε ψέμα. Όλη η βορειοανατολική Αθήνα, από τους Αμπελόκηπους ως το Ψυχικό, ήταν αμπέλια με σαββατιανό και ροδίτη. Ανάμεσα στα κλήματα, οι παλιοί ιδιοκτήτες άφηναν πάντα δυο-τρία δέντρα για ίσκιο.
Το δικό τους είχε μια βασιλική συκιά. Χοντρή, με φύλλα σαν ανοιχτές παλάμες.
Η κυρά-Μαρίκα μου έλεγε:
"Την συκιά δεν την φυτεύεις, παιδί μου. Την βρίσκεις. Φύτρωσε μόνη της εκεί που κάθισε το πουλί."
Είχε δίκιο η κυρά Μαρίκα, στην Αττική η συκιά είναι σχεδόν άγρια, θέλει πέτρα, ξερολιθιά και λίγο νερό.
Στην αυλή τους είχαν και τα τρία ιερά φυτά με τη σωστή σειρά, όπως τα ήθελαν οι αρχαίοι:
Την ελιά στη γωνία. Την είχε φυτέψει ο πατέρας του πρώτου ιδιοκτήτη το 1890, όταν όλη η περιοχή προς τον Ποδονίφτη (ξεροπόταμο της Καλλιρρόης σήμερα) ήταν ο μεγάλος Ελαιώνας της Αθήνας. Ήταν η ίδια ελιά που τάιζε την Αθήνα για 3.000 χρόνια - το δώρο της Αθηνάς. Δεν την έκοβες ποτέ.
Το αμπέλι στο πλάι. Αρβανίτικα κλήματα, χαμηλά, "κύπελλα" τα έλεγαν. Από αυτά έβγαινε η ρετσίνα που έπιναν στις ταβέρνες της Κυψέλης. Ως το 1960 όλη η Αττική μύριζε θειάφι τον Αύγουστο που θειάφιζαν τα αμπέλια για τον περονόσπορο και στη μέση, η συκιά γιατί η συκιά ήταν το ψυγείο του φτωχού.
Στην αρχαία Αθήνα, το σύκο ήταν ο τρίτος πιο σπουδαίος καρπός, αμέσως μετά την ελιά και το σταφύλι. Το έλεγαν "το ψωμί των φτωχών". Το αποξήραιναν και το κρατούσαν όλο τον χειμώνα σε πλεκτές κουλούρες, τις "ισχάδες".
Είχε και ιερή σημασία. Στην Ιερά Οδό, εκεί που ξεκινούσαν για τα Ελευσίνια Μυστήρια, υπήρχε η Ιερή Συκή. Ο πρώτος καρπός της Δήμητρας μετά το σιτάρι. Λέγεται πως κάτω από μια τέτοια συκιά ξεκουράστηκε η θεά όταν έψαχνε την Περσεφόνη.
Η συκιά της κυρά-Μαρίκας ήταν "Βασιλικά μαύρα", ποικιλία της Αττικής που ωρίμαζε στα μέσα Αυγούστου. Γλυκά σαν μέλι, με φλούδα που έσκαγε μόνη της.
Κάθε απόγευμα, μαζεύονταν από κάτω όλη η γειτονιά. Η συκιά κάνει βαθύ ίσκιο, αλλά ύπουλο - αν κοιμηθείς από κάτω, λένε, σε βαραίνει. Γι' αυτό δεν κοιμόντουσαν. Έπιναν καφέ, ξεφλούδιζαν σύκα και τα έβαζαν να λιαστούν σε λαμαρίνες για τον χειμώνα. Δίπλα, ο άντρας της κλάδευε το αμπέλι και ξέρεις ποιο είναι το πιο αθηναϊκό σε όλο αυτό; Η λέξη "συκοφάντης".
Στην αρχαία Αθήνα απαγορευόταν να εξάγεις σύκα από την Αττική, γιατί ήταν πολύτιμη τροφή. Όποιος κατέδιδε κάποιον που έβγαζε κρυφά σύκα στο λιμάνι του Φαλήρου, λεγόταν συκοφάντης - "αυτός που φανερώνει τα σύκα". Από εκεί μας έμεινε.
Το 1964 ήρθε ο εργολάβος, έδωσαν αντιπαροχή το σπίτι. Έκοψαν την ελιά πρώτα μετά το αμπέλι. Η συκιά άντεξε δύο χρόνια μέσα στη μάντρα της οικοδομής, μέχρι που την έκοψαν κι αυτή γιατί "έφερνε μύγες και οι ρίζες της σήκωναν τα πλακάκια".
Η κυρά-Μαρίκα πήρε διαμέρισμα στον τρίτο. Στο μπαλκόνι της έβαλε μια γλάστρα με βασιλικό και μια μικρή συκιά νάνα. Δεν έκανε ποτέ σύκα.
Αλλά κάθε Αύγουστο, μου έλεγε, αν περπατήσεις ακόμα στα Τουρκοβούνια, στα Πατήσια, στην Κυψέλη, πίσω από τις πολυκατοικίες, σε κανένα οικόπεδο η σε κανένα εγκαταλειμμένο σπίτι ακόμα, θα δεις καμμιά συκιά. Μια ξεχασμένη συκιά, μόνη, να έχει τρυπήσει το τσιμέντο. Δίπλα της, αν κοιτάξεις καλά, θα βρεις πάντα μια αγριελιά και ένα κλήμα που προσπαθεί να σκαρφαλώσει.
Είναι τα τρία δέντρα που δεν εγκατέλειψαν, ούτε πιστεύω να εγκαταλείψουν ποτέ την Αττική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πάσα άποψη εκφράζεται ελευθέρως από το ISTOLOGIO giorgou MOSXOU, αρκεί να μην περιέχει αήθεις χαρακτηρισμούς